+30 210 6459459 focusinghellas@yahoo.com
Κείμενο

Το συναίσθημα στην Προσωποκεντρική και Focusing-βιωματική Ψυχοθεραπεία

Κείμενο1:

«Το συναίσθημα στην Προσωποκεντρική και Focusing-βιωματική Ψυχοθεραπεία»

5η Ημερίδα ΕΕΨΕ – 31η Μαΐου 2008

Εισηγητές: Α. Καραλή – Π. Ζαρογιάννης

Κείμενο1: Α μέρος

Α. Το συναίσθημα στην Προσωποκεντρική Ψυχοθεραπεία

Εισηγητής: Παύλος Ζαρογιάννης

Εισαγωγικά

Το θέμα της ημερίδας μας προτείνει, μας υποβάλει και μας παρακινεί να εστιαστούμε στο ρόλο του συναισθήματος στην Ψυχοθεραπεία και να προβληματιστούμε πάνω σε αυτό. Κάτι τέτοιο είναι βέβαια επιστημονικά σωστό, ακαδημαϊκά εφικτό και συνάδει με την κυρίαρχη παράδοση που επικρατεί στη Δύση εδώ και αιώνες. Μια παράδοση, τα θεμέλια της οποίας έθεσε ο φιλόσοφος Rene Descartes με την περίφημη ρήση του: «σκέφτομαι, άρα υπάρχω». Η ρήση αυτή άσκησε μεγάλη, καθοριστική επιρροή στη φιλοσοφία και συνέβαλε στη διαμόρφωση της κυρίαρχης κοσμοαντίληψης στην Ευρώπη. Παράλληλα προσδιόρισε και την επικρατούσα εικόνα για τον άνθρωπο με αρχική συνέπεια τη διχοτόμηση του σε πνεύμα και σώμα και την σαφή υπεροχή του πνεύματος, της σκέψης, της λογικής. Σ’αυτήν την διχοτόμηση βασίστηκε και ο Διαφωτισμός και προχώρησε στην ανακήρυξη της λογικής σε υπέρτατη αξία, υποβαθμίζοντας παράλληλα την αξία του σώματος και βέβαια του συναισθήματος. Υπακούοντας στην κυρίαρχη ιδεολογία του ορθολογισμού οι ανθρωπιστικές επιστήμες με τη σειρά τους έδωσαν και αυτές για πολλά χρόνια το προβάδισμα στην λογική και τις γνωστικές λειτουργίες, υποτιμώντας και υποβαθμίζοντας το συναίσθημα. Βέβαια κατά καιρούς υπήρξαν αντιδράσεις και αμφισβητήσεις (Ρομαντισμός, διάφορα κινήματα στην Τέχνη όπως εξπρεσιονισμός, σουρεαλισμός, μεμονωμένοι φιλόσοφοι), αλλά μόλις τα τελευταία χρόνια αρχίζει το συναίσθημα να γίνεται όλο και περισσότερο αντικείμενο έρευνας στον ευρύτερο επιστημονικό χώρο και την ψυχολογία. Το «σκέφτομαι, άρα υπάρχω» εξακολουθεί να επικρατεί, αλλά δεν αποτελεί πλέον τη μια και μοναδική αλήθεια. Δίπλα από αυτό στέκεται πια το «νιώθω, άρα υπάρχω» του Damasio, όπως και το «όλα νιώθουν» του νέου βιολόγου Weber.

Το συναίσθημα στην Προσωποκεντρική Ψυχοθεραπεία

Στα πλαίσια της Προσωποκεντρικής Προσέγγισης και της φιλοσοφίας της μια σαφής διαφοροποίηση ανάμεσα στο συναίσθημα και σε άλλες διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως την εμπειρία, το βίωμα, την κατανόηση, την λογική επεξεργασία δεν υφίσταται, δεν θα έπρεπε να υφίσταται, αλλιώς τεμαχίζουμε τον ανθρώπινο σε επιμέρους ενότητες, ανολοκλήρωτες και ασύνδετες μεταξύ τους. Γι’αυτό θέλουμε εξαρχής να επισημάνουμε, ότι δεν μπορούμε να αναφερθούμε ‘στο συναίσθημα’ ως μια διάσταση της ανθρώπινης εμπειρίας ξεχωριστά από τις υπόλοιπες με τις οποίες αυτό σχετίζεται, αν και θα αναγκαστούμε να το κάνουμε. Το συναίσθημα δεν υπάρχει πέρα και ξέχωρα από την συμπεριφορά, το νόημα, την κατανόηση, την έκφραση, την γλώσσα, την σκέψη, την λογική, την αντίληψη, την μνήμη. Όλα αυτά βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση, ορίζουν, καθορίζουν και συνδιαμορφώνουν το ένα το άλλο.

Γενικά μπορούμε να πούμε, ότι το συναίσθημα, ότι τα συναισθήματα παίζουν θεμελιώδη, ουσιαστικό και πολύπλευρο ρόλο:

      δομικός (στη βάση της αυτοεικόνας)
      φαινομενολογικός (συνοδεύει τη συμπεριφορά, 6η θέση)
      σημειωτικός (υποδηλώνει ψυχολογική διαταραχή)
      αιτιολογικός (στη βάση της ασυμφωνίας)
      θεραπευτικός (οι 3 συνθήκες, κυρίως αυθεντικότητα και το κλίμα)

σε όλες τις διαστάσεις της Προσωποκεντρικής Ψυχοθεραπείας:

      αυτή του πελάτη (δομικός, αιτιολογικός, σημειωτικός, φαινομενολογικός, θεραπευτικός)
      αυτή του θεραπευτή (φαινομενολογικός, θεραπευτικός-διορθωτικός)
      αυτή της θεραπευτικής σχέσης (θεραπευτικός)

Ειδικότερα:

1) ως προς τον πελάτη

Δομικά:

Στη βάση ανάπτυξης της δομής του εαυτού και της αυτοεικόνας βρίσκονται τα συναισθήματα, εφόσον «οι εμπειρίες, οι οποίες διαμορφώνουν τον πυρήνα της δομής του εαυτού είναι συναισθηματικές» (Biermann-Ratjen, 1998: 111), με την έννοια ότι συνδέονται άμεσα με την ανάγκη για θετική αποδοχή από το περιβάλλον και με το κατά πόσο αυτή η ανάγκη έχει ικανοποιηθεί ή όχι. Η άνευ όρων αποδοχή από τον Άλλο αφήνει ένα αίσθημα ικανοποίησης, αναγνώρισης, αγάπης, σιγουριάς, ασφάλειας, εμπιστοσύνης, αυτοαξίας και αυτοπεποίθησης και οδηγεί σε ολοκληρωμένη και πλήρη εικόνα του εαυτού.

Αντίθετα η αποδοχή με όρους δημιουργεί σύγχυση, αίσθημα απόρριψης, ανασφάλειας, μειωμένη αυτοαξία και αυτοπεποίθηση, οδηγεί σε μονόπλευρη ανάπτυξη, σε διαστρεβλώσεις ή/και σε συναισθηματικές καθηλώσεις καθώς και σε τραυματισμένη αυτοεικόνα.

Είναι η συναισθηματική αλληλεπίδραση αυτή που διαμορφώνει και καθορίζει συνεπώς την δομή του εαυτού! (Biermann-Ratjen, 1998: 115) Με αυτή την έννοια τα συναισθήματα είναι δομικά στοιχεία της αυτοεικόνας μας, της ταυτότητας μας.

Άλλωστε τα συναισθήματα είναι αυτά, μέσα από τα οποία έχουμε πρόσβαση στον εαυτό μας. Ενώ η εξωτερική πραγματικότητα μετασχηματίζεται σε εμπειρία μέσα από τις πέντε αισθήσεις, η εσωτερική πραγματικότητα, η επίγνωση δηλαδή του εαυτού μας επιτυγχάνεται μέσα από τα άμεσα συναισθήματα μας. Η συναισθηματική εμπειρία είναι αυτή που οδηγεί σε εμπειρία εαυτού (Biermann-Ratjen, 1998: 107-108).

Φαινομενολογικά:

1) Τα συναισθήματα θεωρούνται αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης, εφόσον συνοδεύουν και διευκολύνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά και επομένως συνοδεύουν, διευκολύνουν, αναστέλλουν ή δυσχεραίνουν την τάση πραγμάτωσης.

Στην 6η θέση για την θεωρία Προσωπικότητας ο Rogers γράφει: «Το συναίσθημα συνοδεύει και γενικότερα διευκολύνει κάθε τέτοια σκόπιμη συμπεριφορά (…προσπάθεια του οργανισμού να ικανοποιεί τις ανάγκες του έτσι όπως τις βιώνει στο αντιληπτικό του πεδίο) …» (Rogers, 1951: 492-493) και (Μπρούζος, 2004: 160)

Στη συνέχεια ο Rogers διαφοροποιεί τα συναισθήματα σε 2 κατηγορίες, σε δυσάρεστα και ευχάριστα: μια εμφανιζόμενη ανάγκη βγάζει τον οργανισμό από την κατάσταση της ομοιόστασης, την οποία συνεχώς επιδιώκει. Δημιουργείται ένταση, η οποία βιώνεται ως ένα δυσάρεστο συναίσθημα και ο οργανισμός αναπτύσσει την ανάλογη συμπεριφορά για να ικανοποιήσει την ανάγκη του. Όταν αυτό επιτυγχάνεται, η ένταση καθώς και άλλα συναισθήματα (αγωνία, φόβος,…) φεύγουν και στη θέση τους εμφανίζονται ευχάριστα συναισθήματα.

Πάντως τα λεγόμενα δυσάρεστα συναισθήματα έχουν θετική διάσταση, εφόσον ‘αναγκάζουν’ τον οργανισμό να επικεντρωθεί στο στόχο, στην ικανοποίηση της ανάγκης (π.χ. ο φόβος που οδηγεί στην αποφυγή κινδύνου).

Επίσης η ένταση της συναισθηματικής αντίδρασης εξαρτάται από το κατά πόσο η συμπεριφορά συμβάλει ή όχι στην διατήρηση και ενδυνάμωση του οργανισμού (η προσπάθεια αποφυγής ενός αυτοκινήτου συνοδεύεται από έντονο συναίσθημα φόβου και αγωνίας).

2) Επιπρόσθετα τα συναισθήματα έχουν προσωπικό, υποκειμενικό νόημα και αυτό είναι το σημαντικό, αν όχι πολλές φορές το ζητούμενο στην θεραπεία (Rogers, 1959: 198)

Είναι ακριβώς αυτός ο βιωματικός, φαινομενολογικός ορισμός των συναισθημάτων που αποτελεί τη βάση για την ενσυναισθητική κατανόηση του εσωτερικού πλαισίου αναφοράς του άλλου.

Σημειωτικά:

Σε πολλές προσεγγίσεις, έτσι και στην Προσωποκεντρική τα συναισθήματα συνδέονται τόσο με την ψυχική διαταραχή, όσο και με την ψυχική υγεία. Στην πρώτη περίπτωση κυριαρχούν τα ‘αρνητικά’ και δυσάρεστα συναισθήματα, στη δεύτερη τα ‘θετικά’ και ευχάριστα.

Στη βάση της ψυχολογικής διαταραχής ή δυσ-προσαρμοστικότητας βρίσκεται σύμφωνα με την Προσωποκεντρική Προσέγγιση η ασυμφωνία ανάμεσα στον Εαυτό και τις Εμπειρίες του. Ο οργανισμός προσπαθεί να αποφύγει την ασυμφωνία κινητοποιώντας αμυντικούς μηχανισμούς. Όταν οι αμυντικοί μηχανισμοί αποτυγχάνουν, η επίγνωση της ασυμφωνίας προκαλεί αισθήματα δυσφορίας, πίεσης και άγχους και είναι αυτά τα συναισθήματα συνήθως με τα οποία έρχεται ο πελάτης για θεραπεία. (Rogers, 1951: )

Με την έννοια αυτή τα έκδηλα συναισθήματα υποδηλούν την υποβόσκουσα ψυχολογική διαταραχή.

Αιτιολογικά:

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, στη βάση της ψυχολογικής διαταραχής ή δυσ-προσαρμοστικότητας βρίσκεται σύμφωνα με την Προσωποκεντρική Προσέγγιση η ασυμφωνία ανάμεσα στον Εαυτό και τις Εμπειρίες του.

Η έννοια της εμπειρίας είναι πλατιά και περιλαμβάνει σαφώς και τις συναισθη-ματικές εμπειρίες που νιώθει κάποιος σε μια δεδομένη στιγμή. Συναισθήματα που δεν συμφωνούν με την εικόνα που έχει κάποιος για τον εαυτό του που μπορούν να γίνουν αποδεκτά, δεν μπορούν να συμβολοποιηθούν κατάλληλα, βιώνονται ως απειλητικά και είτε διαστρεβλώνονται, είτε αρνούνται. Εάν αυτά επιμένουν και οι αμυντικοί μηχανισμοί δεν καταφέρνουν να επιτύχουν το στόχο τους, τότε η ασυμφωνία ανάμεσα στην αυτοεικόνα και τα συναισθήματα γίνεται όλο και πιο βασανιστική και βιώνεται ως πίεση, δυσφορία, άγχος. Τα συναισθήματα βιώνονται ως ξένα και απειλητικά (Rogers, 1951: 203).

Θεραπευτικά:

1) Ως προς τον πελάτη

Μπορεί τα συναισθήματα να κατέχουν κεντρικό ρόλο στην Προσωποκεντρική Προσέγγιση, αλλά σίγουρα όχι αποκλειστικό. Η θεραπευτική διεργασία στην οποία σιγά-σιγά εισέρχεται ο πελάτης απευθύνεται και στοχεύει στο συνολικότερο βίωμα του που περιλαμβάνει τον εναρμονισμό των οργανισμικών (αισθητηριακών, σπλα-χνικών) του εμπειριών με τα συναισθήματα του, με την νοητική του επεξεργασία, το προσωπικό νόημα που αποδίδει σε αυτά και την αντίληψη που έχει για τον εαυτό του.
Η αρμονική σύνθεση όλων αυτών των επιμέρους παραμέτρων οδηγεί στην κατάλληλη συμβολοποίηση και αποδοχή ολόκληρου του βιώματος. Ο πελάτης δεν χρειάζεται πια να το τεμαχίσει ή να το διαστρεβλώσει. Είναι πλέον σε θέση να το αποδεχτεί και αν το ενσωματώσει στην αντίληψη που έχει για τον εαυτό του διευρύνοντας το εσωτερικό του πλαίσιο αναφοράς.

Η έννοια της συμβολοποίησης στην Προσωποκεντρική Προσέγγιση είναι ένας γενικότερος και πιο σύνθετος όρος από ότι η συνειδητοποίηση ή η επίγνωση. Η συμβολοποίηση εμπεριέχει πολλές διαστάσεις και αποτελεί σύνθεση σκέψης και συναισθήματος, εμπειρίας και νοήματος, θέλησης, κινήτρων και στόχων.
Στο τέλος της θεραπευτικής διαδικασίας ο πελάτης μπορεί να εφαρμόσει αυτή τη διεργασία, αυτή τη δημιουργική σύνθεση σε κάθε νέα εμπειρία, μπορεί να συνδεθεί άμεσα και απρόσκοπτα με την συνεχή ροή των εμπειριών του πραγματώνοντας έτσι, στο βαθμό που του επιτρέπεται, τις δυνατότητες του.
Συνοψίζοντας θα μπορούσε να περιγράψει κανείς την προσωποκεντρική θεραπεία ως μια πορεία από την άκαμπτη ή δύσκαμπτη δομή στην ευκαμψία και την ευελιξία της δομής του εαυτού, από την ακινησία στην ροή και την διαδικασία (Μπρούζος, 2004: ).
Αυτή ακριβώς την ροή προσπάθησε να αποτυπώσει και ο Rogers περιγράφοντας τη θεραπευτική διαδικασία σαν ένα συνεχές με επτά στάδια και δίνοντας στο συναίσθημα μια σημαντική, καθοριστική θέση: « Η ποιότητα αλλαγής» (Μπρούζος, 2004: 154). Σύντομα όμως εξέφρασε τις αμφιβολίες του και την ανάγκη για βελτίωση και αναθεώρηση, τονίζοντας ότι αυτό «ίσως να αποτελεί μόνο ένα θεωρητικό μοντέλο» (Μπρούζος, 2004: 154).

2) Ως προς τον θεραπευτή

Οι 3 αναγκαίες και επαρκείς θεραπευτικές συνθήκες, τις οποίες καλείται να πραγματώσει ο θεραπευτής στη σχέση του με τον πελάτη, η ενσυναίσθηση, η άνευ όρων αποδοχή και η αυθεντικότητα-γνησιότητα, έχουν και αυτές στη βάση τους με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο το συναίσθημα, είτε με την μορφή του συν-αισθάνεσθαι στην ενσυναίσθηση, είτε με την μορφή του αισθάνεσθαι στη αυθεντικότητα.

Τα συναισθήματα του προσωποκεντρικού ψυχοθεραπευτή βέβαια δεν είναι αυτοσκοπός.
Στην περίπτωση της ενσυναίσθησης είναι ο δείκτης για τον θεραπευτή, για το πώς νιώθει ο πελάτης του τη δεδομένη στιγμή. Αυτό καλείται να επικοινωνήσει μαζί του με έναν απλό και εύληπτο τρόπο, για να κατανοήσει ο πελάτης τι συμβολοποιεί και πως, τι αποδέχεται και τι απορρίπτει, τι διαστρεβλώνει και τι αρνείται.
Στην περίπτωση της αυθεντικότητας είναι ένας δείκτης για το πώς νιώθει ο ίδιος ο θεραπευτής στη σχέση του με τον πελάτη του, ποια συναισθήματα του ανακινούνται. Το μέλημα του θεραπευτή εδώ δεν είναι μόνο η απλή αναγνώριση και έκφραση αυτών των συναισθημάτων, αλλά η θεραπευτική τους χρησιμοποίηση προς όφελος του πελάτη, με στόχο να κατανοήσει ο τελευταίος ποια συναισθήματα προκαλεί στον Άλλο, πως σχετίζεται με τους άλλους.
Παράλληλα δε αποτελούν αστείρευτο υλικό για την εποπτεία του θεραπευτή.

3) ως προς την θεραπευτική σχέση

Ο προσωποκεντρικός ψυχοθεραπευτής ενσαρκώνοντας τις 3 θεραπευτικές συνθήκες προσφέρει στον πελάτη του ένα διορθωτικό μοντέλο σχέσης μέσα σε ένα κλίμα κατανόησης, εμπιστοσύνης, σεβασμού, αποδοχής, ασφάλειας, αμοιβαιότητας και οικειότητας.
Ερωτικά ή/και επιθετικά συναισθήματα του πελάτη προς τον θεραπευτή δεν κατέχουν στην Προσωποκεντρική Προσέγγιση μια εξέχουσα ή ιδιαίτερη θέση. Στη περίπτωση που εμφανιστούν τέτοια συναισθήματα ο προσωποκεντρικός θεραπευτής καλείται να τα επεξεργαστεί και μόνος του στην εποπτεία του και στην σχέση του με τον πελάτη του, ως ένα αναπόσπαστο μέρος του συνολικότερου βιώματος του πελάτη του, το οποίο μπορεί με την κατάλληλη επεξεργασία να συμβάλει στην προαγωγή της προσωπικής του ανάπτυξης.

Επισημάνσεις:

1) Τα συναισθήματα μπορεί να παίζουν θεμελιώδη και ουσιαστικό ρόλο στη Προσωποκεντρική Ψυχοθεραπεία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν το μοναδικό και αποκλειστικό πεδίο ενασχόλησης της. Αυτό θα ήταν μια επίσης μονόπλευρη οπτική, η οποία δεν συνάδει με την φιλοσοφία της Προσωποκεντρικής Προσέγγισης, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται όλος ο άνθρωπος με το συνολικότερο βίωμα του.

Όπως ήδη έχουμε αναφέρει ο ίδιος ο Rogers επισημαίνει, ότι αυτό που ενδιαφέρει, είναι η «συναισθηματικά χρωματισμένη εμπειρία μαζί με το υποκειμενικό νόημα που έχει» (Rogers, 1959: , επίσης Mearns, 2000: 75-76).

2) Επίσης αν τα συναισθήματα ήταν το μοναδικό και αποκλειστικό πεδίο ενασχόλησης της Προσωποκεντρικής Ψυχοθεραπείας, τότε η Προσωποκεντρική Ψυχοθεραπεία θα ήταν απλά μια θεραπεία συναισθημάτων ή μια συναισθηματική θεραπεία, κατά την οποία ο πελάτης προκειμένου να αναπτυχθεί και να θεραπευτεί, θα καλείτο να ανακαλύψει, να εκφράσει και να εκτονώσει κάποια ξεχασμένα, αρνημένα ή διαστρεβλωμένα συναισθήματα (Mearns, 2000: 201).

Απαραίτητη όμως για την προσωπική ανάπτυξη και θεραπεία είναι επίσης η διεργασία και η επεξεργασία των συναισθημάτων, η οποία θα οδηγήσει τελικά στο να αποδοθεί στα συναισθήματα η σωστή τους θέση και προοπτική στο συνολικότερο βίωμα.

Είναι σχεδόν αυτονόητο, ότι αυτό ισχύει και για την αυθεντικότητα του θεραπευτή και τις προϋποθέσεις έκφραση της

3) Συνεπώς η ‘ενσυναίσθηση’ του Προσωποκεντρικού Θεραπευτή δεν περιορίζεται, όπως παρεξηγημένα έχει διατυπωθεί, στην αντανάκλαση μόνο των συναισθημάτων του πελάτη, αλλά αναφέρεται στο συνολικότερο βίωμα του, στον τρόπο με το οποίο βιώνει τον κόσμο και τον εαυτό του. Αυτό περιλαμβάνει βεβαίως τα συναισθήματα του, την συναισθηματική ατμόσφαιρα, η οποία περιβάλει τα λόγια του, αλλά δεν εξαντλείται σ’αυτά.

4) Ο Rogers και η Προσωποκεντρική Προσέγγιση σε ότι αφορά τα συναισθήματα παραμένουν κλασικοί, με την έννοια, ότι τα συναισθήματα θεωρούνται συγκεκριμένες ενότητες που ενυπάρχουν μέσα μας ήδη σαφώς διαφοροποιημένες και ανεξάρτητες που περιμένουν από εμάς να τις ανακαλύψουμε. Είναι δηλαδή ήδη κάπου εκεί με συγκεκριμένη, ξεχωριστή, δομημένη μορφή κρυμμένα ή απωθημένα ή και διαστρεβλωμένα.

Από αυτή την θεώρηση άποψη διαφοροποιείται ο Gendlin, ο οποίος θεωρεί, ότι τα συναισθήματα δεν προϋπάρχουν μέσα μας, αλλά δημιουργούνται πάντα εκ νέου καθώς στρέφουμε τη προσοχή μας στο βίωμα μας. Τα συναισθήματα είναι μια διάσταση του συνολικότερου, αδιαφοροποίητου, προλεκτικού, προεννοιολογικού βιώματος μας, τα οποία μπορούμε να ονοματίσουμε και να διαφοροποιήσουμε, όταν εστιαστούμε στο βίωμα μας και προσπαθήσουμε να το αποκωδικοποιήσουμε και να το εκφράσουμε.

Έτσι περνάμε από μια σχετικά στατική θεώρηση σε μια πιο δυναμική και διαδικαστική.

Ο Gendlin εισάγει επιπρόσθετα στην Προσωποκεντρική Προσέγγιση τις έννοιες της ενσώματης ύπαρξης, του βιωμένου σώματος που πριν από όλα είναι αυτό που φέρει το βίωμα και άρα αυτό, στο οποίο καλούμαστε να στρέψουμε τη προσοχή μας, για να αποκαταστήσουμε τη σχέση μας με το βίωμα μας.

Παραρτήματα

Ι. Θέσεις

Max Pages

Ο Γάλλος προσωποκεντρικός ψυχολόγος και φιλόσοφος Max Pages προτείνει μια ενδιαφέρουσα οπτική για τα συναισθήματα. Σύμφωνα με αυτόν τα συναισθήματα δεν είναι ούτε επιφαινόμενα, ούτε δευτερεύοντα στοιχεία που επακολουθούν, αλλά πρωταρχικά και υπαρξιακά.
Η θέση του αυτή φαίνεται καθαρά στο πεδίο των σχέσεων: δεν έχουμε πρώτα σχέση με κάποιον και μετά συναισθήματα γι’αυτόν. Σχέση και συναίσθημα είναι αλληλένδετα και βιώνονται ταυτόχρονα. Με άλλα λόγια συναίσθημα είναι η βιωμένη σχέση με τον Άλλο και σχέση είναι το βιωμένο συναίσθημα για τον Άλλο, όλα αυτά που νιώθω γι’αυτόν.
Η σχέση και το συναίσθημα βιώνονται πάντα άμεσα στο παρόν, στο κάθε Εδώ και Τώρα.

Andreas Weber

Σύμφωνα με μια νέα βιολογία, την «οικολογική βιολογία», που αναπτύσσεται παράλληλα με την κυρίαρχη βιολογική επιστήμη, δεν είναι η λογική, η νοητική επεξεργασία το τελευταίο, ανώτατο όριο ανάμεσα σε ότι ζει και στα αντικείμενα, αλλά τα συναισθήματα (Weber, 2007: 62).
Τα συναισθήματα είναι αυτά που αξιολογούν μια κατάσταση, επειδή «συναίσθημα είναι ο τρόπος με τον οποίο βιώνεται υποκειμενικό νόημα» (Weber, 2007: 61). Επίσης: «υποκειμενικό νόημα είναι το συναίσθημα. Η ζωή είναι συναίσθημα. Ένα κύτταρο είναι μια αίσθηση που έχει πάρει μορφή. Το να νιώθεις, είναι η άμεση αίσθηση του ότι ζεις» (Weber, 2007: 61).
Και σε ένα άλλο σημείο αναφέρει παραπέμποντας στον ποιητή Coleridge, ότι η φύση είναι συναίσθημα που έχει πάρει μορφή.

Heidegger

Η έννοια της διάθεσης, της «Befindlichkeit», του πως βρίσκομαι στον κόσμο και πως τον βιώνω ‘συναισθηματικά’, με το σώμα μου και τις αισθήσεις μου.

Νέα Φαινομενολογία

Σύμφωνα με την ‘Νέα Φαινομενολογία’ του Hermann Schmitz τα συναισθήματα είναι ρέουσες ατμόσφαιρες που κινούνται στο χώρο, αλλά χωρίς συγκεκριμένο τόπο και οι οποίες ατμόσφαιρες μας συναντούν, μας βρίσκουν.

ΙΙ. Σειρά εμφάνισης και επεξεργασίας των συναισθημάτων κατά G. Stumm

αρχικά: υπερηφάνεια, ενοχές, ντροπή.
Λιγότερο ξεκάθαρο συναίσθημα, όπως αίσθημα κατωτερότητας, αδυναμίας, κοροϊδίας μετά: ανασφάλεια, αβεβαιότητα απειλή, φόβος
φόβος για συναισθήματα όπως σύγχυση, κενό, πόνος, απελπισία, οργή, θυμός, μίσος, επιθυμία
επιθυμία για τρυφερότητα, οικειότητα, κοντινότητα, δόσιμο, ζεστασιά φόβος κατακλυσμού, απώλειας ελέγχου νοσταλγία, λύπη, θλίψη
παραίτηση από ένα ιδεώδες, από ένα ιδεατό πρόσωπο, από μια ιδεατή κατάσταση απώλεια, έλλειψη, χωρισμός, αποχωρισμός θλίψη, πένθος για την εγκατάλειψη, για την έλλειψη, για το αναπόφευκτο, το άπιαστο, το ακατόρθωτο ψέμα, απάτη, πίκρα, θυμός, πόνος
→ οι γυναίκες αντιδρούν με κατάθλιψη
→ οι άντρες με άρνηση και δράση
πένθος και χαρά μαζί: χαρμολύπη
αποχωρισμός από ιδεώδη μαζί με συμφιλίωση, ανακούφιση, παρηγοριά
θυμός, επιθετικότητα, αντίδραση, διαφοροποίηση: αυτά τα συναισθήματα γίνονται πιο εύκολα αποδεκτά
τέλος: συναισθήματα αγάπης, δοσίματος, επιθυμία, ίσως με ντροπή μαζί

see

Κείμενο1: Β μέρος

Β. Το συναίσθημα στη Focusing – Βιωματική Ψυχοθεραπεία

Εισηγήτρια: Άννα Καραλή

Ο Ευγένιος Gendlin διετύπωσε την προσέγγισή του στην ψυχοθεραπεία, βασιζόμενος στην φαινομενολογική, και υπαρξιακή φιλοσοφία καθώς και στην Ροτζεριανή ψυχοθεραπεία.

Το μοντέλο της σκέψης του Gendlin δεν ακολούθησε τις περισσότερες από τις θεωρίες Προσωπικότητας που αναφέρονται στην απώθηση (repression) στο ασυνείδητο.

Αντί να χρησιμοποιήσει αυτό το παράδειγμα, της απώθησης (repression) και να δεί την βιωμένη αίσθηση ως μία απεικόνηση ή συμβολοποίηση απωθημένων, όχι συνειδητοποιημένων καταστάσεων, ο Gendlin αντιλαμβάνεται την βιωμένη αίσθηση (bodily felt sense) ως ύπαρξη. Μία αίσθηση «από ζώσες καταστάσεις» μία Befindlichkeit “«διάθεση»” ή «πώς βρίσκουμε τους εαυτούς μας», όπως περίτεχνα έχει επεξεργασθεί την φιλοσοφία του Heidegger. Αυτή η αίσθηση του να ζεί κανείς μέσα από τις καταστάσεις που βιώνει, αποφέρει μία συνεχή συνειδητότητα των ενεχομένων (implicit) και διευκολύνει την δημιουργία νέων βαθμίδων/βημάτων τρόπου ζωής.

Η λειτουργία της ομιλίας αλληλεπιδρά με την βιωμένη αίσθηση (zig-zag process) και μπορεί να πυροδοτήσει την προαγωγική τάση στην κατεύθυνση αυτού του ενεχόμενου υλικού, έτσι ώστε να μορφοποιηθούν καινούργιες πληροφορίες και η εμπειρία ν’ αλλάξει… Γι’ αυτόν τον λόγο η εμπειρία δεν είναι στατική, για τον Gendlin, αλλά μία διαδικασία, γι’ αυτό και ο όρος «experiencing” και όχι «experience”

Η κεντρική θέση λοιπόν του όλου έργου του Gendlin, αυτό της φιλοσοφίας και της ψυχολογίας μαζί, στηρίζεται στη βιωματική διαδικασία… Τα πρόσωπα γι’ αυτόν είναι αληλλεπιδράσεις/βιωματικές διαδικασίες

Πριν ακόμη έχουμε σαφείς λέξεις, ιδέες, θεωρήσεις, ή άλλα σύμβολα, αντιλαμβανόμεθα το τώρα ενστικτωδώς (viscerally) μέσα απο την βιωματική μας διαδικασία.

Οι ανθρώπινες υπάρξεις δεν είναι τα πολύπλοκα κληρονομημένα χαρακτηριστικά τους, δεν είναι ορισμοί. Οι ανθρώπινες υπάρξεις είναι οι βιωματικές τους διαδικασίες!

***

Ποιά τα κεντρικά χαρακτηριστικά λοιπόν αυτών των βιωματικών διαδικασιών, κατά τον Gendlin:

H βιωματική διαδικασία, είναι σωματικά βιωμένη (bodily felt) και όχι καταννοημένη, ή συνειδητοποιημένη, ή εκπεφρασμένη μέσα από λέξεις.
Είναι υπαρκτή, ζώσα εμπειρία, και όχι λογική σύνθεση, αφηρημένη έννοια, ή γενίκευση περί την εμπειρία. Προϋπάρχει των αρxών/αξιωμάτων (concepts).
Είναι εσωτερικά διαφορήσιμη (απόκλιση μεταξύ συναφών εννοιών) – δηλαδή διάφορες θέσεις/αρχές μπορούν να επινοηθούν από αυτήν και γι’ αυτό διάφορα λεξιλόγια μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την έκφρασή της/ περιγραφή της. Αυτό επιβεβαιώνει τον πλούτο/την αυθονία της ενεχόμενης (implicit) ιδιότητά της.
Με αυτό το «ενεχόμενο» (implicit) εκφράζεται αυτό που ο Gendlin ονομάζει «το περισσότερο» (the more…) κάθε βιωματικής διαδικασίας που μπορεί ανά πάσα στιγμή να καταστεί σαφές. Αυτό που τελικά μπορεί να γίνει αντικείμενο απ’ ευθείας αναφοράς, εάν κανείς στρέψει την προσοχή του εσωτερικά και «εναρμονισθεί μ’ αυτό», «το παρατηρήσει…», «το ακούσει…» και τελικά το συμβολοποιήσει, οπότε και γίνεται σαφές…

Όταν επιτύχω αυτή την άμεση σχέση με την βιωματική μου διαδικασία, τότε βρίσκω την βιωμένη μου αίσθηση (felt sense), έναν όρο που επιννόησε ο Gendlin. Η βιωμένη αίσθηση βιώνεται σωματικά, ενέχει «αφθονία από καταστάσεις, προβλήματα ή αντιλήψεις ζωής». Είναι η «ολιστική, ενεχόμενη σωματική αίσθηση μίας πολύπλοκης κατάστασης».
Για τον Gendlin η βιωμένη αίσθηση είναι αποφασιστική στην ψυχοθεραπεία. Η ψυχοθεραπεία αρχίζει, γι’ αυτόν, όταν πραγματοποιείται αυτή η άμεση σχέση του πελάτη με την βιωμένη αίσθηση του προβλήματος, του θέματος, της κατάστασης, ή υπόθεσης επάνω στην οποία εργάζεται.
Με το να παραμένει στην βιωμένη αίσθηση και να βρίσκει ένα σύμβολο που της ταιριάζει, η βιωμένη αίσθηση αναπτύσσει τα νοήματά της και αλλάζει. Γι’ αυτήν την αλλαγή ο Gendlin επιννόησε έναν άλλο όρο το felt shift (βιωμένη αλλαγή). Η βιωμένη αλλαγή αναφέρεται στην αίσθηση της θεραπευτικής αλλαγής που πραγματικά συμβαίνει.

***

Η Focusing Βιωματική Ψυχοθεραπεία χαρακτηρίζεται από μία σειρά βημάτων για την εύρεση των βιωμένων αισθήσεων, για την φιλική στάση προς αυτές, για τον ακριβή συμβολισμό τους και τέλος για την αίσθηση των βιωμένων αλλαγών…

Για να επιτύχει η θεραπεία, σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη, ο πελάτης χρειάζεται να κάνει επαφή με την βιωματική του διαδικασία.
Η βιωμένη διάσταση είναι συνεχώς παρούσα στην Focusing Βιωματική Ψυχοθεραπεία. «Η αληθινή ψυχοθεραπεία αρχίζει στο σημείο πού ο πελάτης προχωρεί πέρα από την διανόηση και παραμένει σε μία άμεση, παρούσα βιωματική διαδικασία των προβλημάτων του». Τότε ο θεραπευτής ανταποκρίνεται στον πελάτη του με αυτό που ο Gendlin ονομάζει (experiential response) βιωματική ανταπόκριση, που σημαίνει ότι η ανταπόκριση του θεραπευτή κατευθύνει τον πελάτη στην βιωματική του διαδικασία…

Και σ’ αυτό το σημείο ας επεξεργασθούμε μία case study για να μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε εκ του σύννεγυς πώς εργάζεται ένας Focusing βιωματικός θεραπευτής…

Case study:

Η Χριστίνα συναντά τον θεραπευτή της, και παραπονείται ότι σε σχέση με την ακαδημαϊκή της ενασχόληση νιώθει εξαιρετικά πιεσμένη. Σκέπτεται δέ, για να μειώσει αυτή την αίσθηση πίεσης, να τελειώσει μία σχέση που έχει και της απορροφά πολύ ενέργεια. Ομως είναι τό τέλος της πανεπιστημιακής της περιόδου και ο θεραπευτής της νιώθει ότι είναι κάπως περίεργο να θέσει ένα τέρμα στην σχέση τώρα μια και θα μπορούσε – με την λήξη της εξεταστικής περιόδου – να αφιερώσει περισσότερο χρόνο σ’ αυτήν. Το αναφέρει αυτό στην Χριστίνα, η οποία συμφωνεί ότι πράγματι είναι περίεργο το να θέλει να το κάνει αυτή την συγκεκριμένη περίοδο. Από την άλλη πλευρά όμως νιώθει ιδιαίτερα φοβισμένη, από την πίεση που της προξενεί η σχέση. Φοβάται να συνεχισθεί αυτή η σχέση…
Ο θεραπευτής προσκαλεί την Χριστίνα να εστιασθεί σ’ αυτή την δυσάρεστη αίσθηση πίεσης για λίγο, και την ενθαρρύνει να μιλήσει για τις ιδέες και τις σκέψεις που έρχονται στο μυαλό της, σε σχέση μ’ αυτή. Μετά από λίγο έρχεται στο προσκήνιο ότι τελευταία έχουν συμβεί αρκετά στη Χριστίνα, παρόλο σύντομα γεγονότα, μέσα από τα οποία ένιωσε μάλλον ανασφαλής στην σχέση, όπως στιγμές που ένιωσε ζήλεια, παρ’ όλον καθόλα παράλογα… Φθάνει δε ν’ αναγνωρίσει ότι αυτή η δυσάρεστη αίσθηση, που βιώνει, ενέχει ανησυχία για το τέλος της σχέσης από τον σύντροφό της και αυτό την οδηγεί στην αίσθηση του να το κάνει αυτή πρώτη.

***

Σχόλια:

Εδώ κατ’ αρχήν παρατηρούμε ότι, ενώ η Χριστίνα ήταν «σωστή» ως προς την έκφραση του συναισθήματος, χαρακτηρίζοντάς το σαν κάποιο είδος ανησυχίας, είχε παρερμηνεύσει την φύση της ανησυχίας. Ηταν το είδος της ανησυχίας που συνεπάγεται ζήλεια, και φόβο απόρριψης, παρά ανησυχία που προέρχεται από έλλειψη χρόνου.

Αναλυτικώτερα, εδώ έχουμε μία κατάσταση και ένα συναίσθημα γι’ αυτήν την κατάσταση. Το συναίσθημα (το οποίο αρχικά παρουσιάσθηκε με το: «είμαι πολύ πιεσμένη») αφορά στο πώς η Χριστίνα ένιωθε την όλη κατάσταση, το πώς ήταν καταχωρημένη σ’ αυτήν. Εάν στρέψει όμως πιό προσεκτικά την προσοχή της σ’ αυτό το συναίσθημα, πιθανώτατα θα μπορέσει να νιώσει αυτήν την δυσάρεστη αίσθηση πίεσης κάπου σωματικά – στο στήθος ή στο στομάχι της (διαδικασία εστίασης).

Η κατάσταση της Χριστίνας, όπως κάθε ανθρώπινη κατάσταση, είναι αόριστα πολύπλοκη. Υπάρχουν εκεί ευρύτατα θέματα: όπως η ακαδημαϊκή της ζωή, οι λόγοι που έχουν σχέση με την μεταπτυχιακή της δουλειά, η σχέση της με τον συντροφό της, και ό,τι άλλο συμβαίνει μεταξύ όλων αυτών. Για τα συγκεκριμμένα θέματα πάντως, υπάρχουν και λεπτομέρειες χωρίς τέλος, όπως τό τί σκέπτονται και πώς νιώθουν οι γονείς της για τον σύντροφό της, πώς θέλει να σχετίζεται με τους γονείς της καί πολλά άλλα…

Ολα αυτά ενέχονται σε μεγάλο βαθμό στην κατάστασή της – κανονικά δεν θα μπορούσε ν’ αρθρώσει μεγάλο μέρος από αυτά, και θα ήταν αδύνατον να μιλήσει καθαρά για όλο αυτό…

Ωστόσο, η κατάσταση είναι εκεί ως ένα όλον (whole), και μπορεί κανείς να την αισθανθεί πλήρως. Οταν ο θεραπευτής, μέσα από την βιωματική του ανταπόκριση (experiential response), αναφέρθηκε σ’ αυτή την περίεργη αίσθηση για την όλη κατάσταση, η Χριστίνα έστρεψε εσώτερα την προσοχή της σ’ αυτην την αίσθηση της όλης κατάστασης.
Στην αρχή, μιά τέτοια αίσθηση (της όλης κατάστασης) πιθανώτατα δεν υπήρχε. Η Χριστίνα κατ’ αρχήν μπορεί να είχε διάφορες ιδέες και συναισθήματα γύρω από τις εξετάσεις της, το τέλος του εξαμήνου, τον χρόνο που η σχέση της απορροφά, και όλα αυτά μαζί μέ μία σειρά από ακαθόριστες εντάσεις και ανησυχίες.
Υπάρχει λοιπόν εδώ μία ροή βιωματικής διαδικασίας, μία ροή συνειδητότητας, αλλά όχι μία βιωμένη αίσθηση της όλης κατάστασης. Εν τούτοις, όταν μεταφέρει την προσοχή της σ’ ό,τι η βιωματική ανταπόκριση του θεραπευτή της ανέφερε, μία βιωμένη αίσθηση θα μπορούσε πιθανώτατα να μορφοποιηθεί.

Τί υπάρχει «εκεί» λοιπόν …

Υπάρχει η «αίσθηση πίεσης», αλλά νιώθει ότι υπάρχει ακόμα και κάτι περισσότερο (the more….) γύρω από αυτή την αίσθηση. Η Χριστίνα μεταφέρει την προσοχή της σ’ όλο αυτό, το νιώθει ως ένα όλον, και τότε καινούργιες ιδέες και συναισθήματα αναδύονται, συναισθήματα γύρω από την ανασφάλειά της και την ζήλεια, που την οδηγούν στην σκέψη «Χρειάζεται να τελειώσει αυτή η υπόθεση, πριν το κάνει εκείνος».
Σ’ αυτό το συγκεκριμμένο σημείο της αναγνώρισης θα νιώσει κάποια ανακούφιση/ χαλάρωση. Αυτή την ανακούφιση την νιώθει κανείς σωματικά. Τώρα η Χριστίνα δεν νιώθει πλέον μπλοκαρισμένη – ο ερχομός της αίσθησης της ζήλειας, παρ’όλο καθόλου ευχάριστη, διευκόλυνε την προαγωγική της τάση (carrying forward). H κατάστασή της τώρα είναι – και την νιώθει – διαφορετική… Μία καινούργια βιωμένη αίσθηση μορφοποιείται, η οποία εστιάζεται στις λέξεις « Χρειάζεται να μιλήσω με τον σύντροφό μου ».
Θα μπορούσαμε εδώ ενδεχομένως να θέσουμε την εξής θεωρητική ερώτηση:
«Γιατί επήλθε αυτή η αλλαγή όταν έστρεψε την προσοχή της στην βιωματική της διαδικασία?».

Ας θυμηθούμε την περίπτωση από την αρχή:
Ξεκίνησε από ένα μπλοκαρισμένο σημείο, απ’ όπου δεν ήταν καθόλου καθαρό το πώς θα μπορούσε να πυροδοτηθεί η προαγωγική της τάση (κάτι ανάλογο με την τάση πραγμάτωσης του Rogers).
Ποιό ήταν ακριβώς το επόμενό της βήμα?
Εκείνο που έκανε ήταν να προσπαθήσει να μορφοποιήσει, ή συμβολοποιήσει την βιωματική της διαδικασία με διαφόρους τρόπους.

Ενας από αυτούς τους τρόπους ήταν το: «Δεν έχω χρόνο γι’ αυτήν την σχέση». Αλλά τίποτε δεν συνέβη. Παρ’ όλο που μπορεί απολύτως αυθεντικά να θεώρησε ότι αυτό ήταν αλήθεια… τίποτε όμως δεν μετακινήθηκε…

Με την γλώσσα του Gendlin, αυτή η μορφοποιήση/συμβολοποίηση δεν διευκολύνει την προάγωγική της τάση.

Αντίθετα, με την βιωμένη αίσθηση της κατάστασης υπάρχει εκεί μία ένταση, η οποία υποδηλώνει ότι υπάρχει κάτι εκεί, αλλά ακόμη δεν έχει μορφοποιηθεί, δεν είναι σαφές.

Η Χριστίνα, καθώς παραμένει σ’ αυτό το μπλοκαρισμένο σημείο, θυμάται καταστάσεις της ζωής της οι οποίες συνδέονται με τον πρόβλημα, και διάφοροι τρόποι μορφοποίησης, γι’ αυτό το κάτι, παρουσιάζονται, που όμως κανείς από αυτούς τους τρόπους δεν έχουν την ανάλογη αίσθηση αυτού που εκείνη νιώθει. Δηλαδή αυτές οι μορφοποιήσεις δεν της λένε τίποτα…

Στην συνέχεια, συνδέει την κατάσταση με το: «Δεν θέλω πραγματικά αυτή την σχέση», αλλά ούτε κι’ αυτό ταιριάζει. Ούτε το: «Ναι… χρειάζομαι μία αλλαγή». Οταν όμως φθάνει στο: «Χρειάζεται να το τελειώσω πρίν το κάνει εκείνος» ξαφνικά παρουσιάζεται μία έκρηξη συναισθήματος. Η βιωματική της διαδικασία αλλάζει δραματικά. Εντελώς καινούργιες εικόνες έρχονται σ’ αυτήν – αυτός να μιλά με την πρώην σύντροφό του χθές το βράδυ, η οδύνη της γι’ αυτό το γεγονός, αυτή να προσπαθεί να καλύψει αυτόν τον πόνο. Τότε αποφένεται: «Νιώθω ζήλεια και ανασφάλεια». Ολο αυτό απορρέει από την συμβολοποίηση «Χρειάζεται να το τελειώσω πρίν το κάνει εκείνος».

Αυτή η μορφοποίηση δεν ήταν σαφής μέχρι τώρα, αλλά μπορούμε να πούμε ότι ενέχετο (implied) όλη αυτή την περίοδο του μπλοκαρίσματός της. Υπήρχε κάτι εκεί όλη αυτή την περίοδο το οποίο ενείχε (implied) αυτή την μορφοποίηση. Από την στιγμή που η σκέψη ανταποκρίθηκε (zig-zag process) σταμάτησε να ενέχεται και μορφοποιήθηκε, έγινε σαφής (explicit) γι’ αυτό και η ένταση υποχώρησε.

Εάν ερωτήσουμε τώρα από πού προήλθε η αλλαγή, θα επιχειρούσαμε να απαντήσουμε ως εξής:

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι προήλθε από το «ενεχόμενο» υπόβαθρο του συναισθήματος, που υποδηλωνόταν σ’ αυτήν την αίσθηση του μπλοκαρίσματος. Ομως χρειάζεται να σημειωθεί ότι αυτό το «ενεχόμενο» κάτι ήταν απ’ αρχής εκεί. Εκείνο που την μετακίνησε – την προήγαγε στην γλώσσα του Gendlin – ήταν η σκέψη (zig-zag process): «Χρειάζεται να το τελειώσω πρίν το κάνει εκείνος». Εάν δεν είχε καθρεπτίσει με ακρίβεια αυτήν την σκέψη πιθανώτατα τίποτα το ιδιαίτερο δεν θα είχε συμβεί. Η ιδέα αυτή εν μέρει προϋπήρχε στο ρεπερτόριο της. Δηλαδή, ήταν εξοικοιωμένη με την ιδέα ότι κάποιος τελειώνει την σχέση του πρίν ο σύντροφός του το κάνει. Ισως να το είχε παρακολουθήσει να συμβεί σε κάποια φίλη, ή είχε διαβάσει κάτι ανάλογο σε μία νουβέλα. Ισως ακόμη κάποια φίλη είχε βρεθεί σε μία παρόμοια κατάσταση και η ίδια της είχε προτείνει αυτήν την δυνατότητα: «Ισως να το έκανες εσύ, να τελειώσεις αυτή την σχέση, πρίν το κάνει εκείνος». Συνεπώς, μεταξύ όλων αυτών των πιθανών προοπτικών, σχετικά με το πρόβλημά της, υπήρχε εκεί και αυτή η προοπτική.

Οταν λοιπόν παρέμεινε με τα συναισθήματά της και έδωσε χρόνο για την μορφοποίηση μιάς βιωμένης αίσθησης, επιτρέποντας ποικίλες μορφοποιήσεις να συμβούν, αυτή η μία (του «χρειάζεται να το τελειώσω πριν το κάνει εκείνος») ήταν που ώθησε την προαγωγική της τάση, και ό,τι μέχρι τώρα ενείχετο έγινε σαφές (explicit). Και σ’ αυτό το σημείο σημειώσατε ότι με το που λέμε ότι αυτή η μορφοποίηση/ συμβολοποίηση ήταν η «σωστή», δεν εννοούμε ότι αυτή η συμβολοποίηση «ταίριαζε» σε μία σαφή αίσθηση που ήδη ήταν εκεί. Η θεώρηση του Gendlin είναι ότι τα σύμβολα δεν εναρμονίζονται ή απεικονίζουν εμπειρίες, αλλά μεταβάλλουν/μετατρέπουν εμπειρίες μ’ ένα ιδιαίτερο τρόπο.

Πρίν την συμβολοποίησή της, η βιωματική διαδικασία ουσιαστικά είχε μία «ενεχόμενη» (implicit) αίσθηση, μία ένταση, μία ποιότητα ενός κάτι που φαινόταν ότι θα επακολουθήσει…
Η Χριστίνα είχει αυτή την αίσθηση… Παράλληλα, διάφορες σκέψεις την πολιορκούσαν, αλλά δεν άλλαζαν την βιωματική της διαδικασία… Παρέμενε όπως ήταν… μπλοκαρισμένη. Κάποια στιγμή όμως έρχεται η σκέψη «ότι χρειάζεται νά τελειώσει την σχέση πρίν το κάνει εκείνος» και τότε η ένταση, η αίσθηση αυτού που φαινόταν ότι θα συμβεί, δεν είναι πιά εκεί. Οχι επειδή αγνοείτο, ή είχε κατασταλεί, αλλά διότι ό,τι ήταν εκεί και ώφειλε να έλθει, ήλθε…

Η «σωστή» συμβολοποίηση της αίσθησης της βιωμένης εμπειρίας της (felt experiencing) είναι μία μορφοποίηση η οποία πυροδότησε την προαγωγική της τάση…
Την προήγαγε διότι μπόρεσε να εκφράσει αυτό το ελάχιστα συνειδητό κομμάτι της, “ότι δεν μπορεί να υποφέρει την απόρριψη…” Αλλά τώρα νέες σκέψεις και συναισθήματα μπορούν να παρουσιασθούν… “Υπάρχει πράγματι η πιθανότητα της απόρριψής της?”, “Πραγματικά νιώθει ότι ο σύντροφός της απομακρύνεται από εκείνη?”, “Υπάρχουν και αυτές οι καταστάσεις που συνέβηκαν τελευταία…”. Μία καινούργια βιωμένη αίσθηση αναπτύσσεται, η οποία βασίζεται στο: «Χρειάζεται να του μιλήσω γι’ αυτές τις καταστάσεις»…

Το επόμενο βήμα λοιπόν είναι εκεί… Θα του μιλήσει… M’ αυτή την ενεργή στάση απομακρύνεται από το μπλοκάρισμα…

Βιβλιογραφία

Biermann-Ratjen, E.-M. (1998). On the Development of the Person in Relationships. In: Thorne, B & Lambers E. Person-Centred Therapy, A European Perspective, London: 106-118
Ellingham I, (2001). Carl Rogers’ “congruence’ as an organismic, not a Freudian concept. In: Wyatt, G. Rogers’ therapeutic conditions: evolution, theory and practice, Volume 1: Congruence, Herefordshire
Stumm, G. (1992). Ich kann mich jetzt besser leiden. Interpretationsebenen des therapeutischen Prozesses. In: Frenzel, P., Schmid, P.F. & Winkler, M. (Hrsg.). Handbuch der Personzentrierte Psychotherapie. Köln
Κοσμόπουλος, Α. & Μουλαδούλης, Γ.( 2003). Ο Carl Rogers και η προσωποκεντρική του θεωρία για την ψυχοθεραπεία και την εκπαίδευση. Αθήνα
Mearns, D. & Thorne, B. (2000). Person-centred therapy today, New frontiers in theory and practice. London
Μπρούζος, Α. (2004). Προσωποκεντρική Συμβουλευτική. Θεωρία, Έρευνα και Εφαρμογές, Αθήνα
Pages, M. (1974). Das affective Leben der Gruppen. Eine Theorie der menschlichen Beziehung. Stuttgart
Rogers, C. R. (1951). Client-centered therapy. Its current practice, implications, and theory. Boston
Rogers, C. R. (1959). A theory of therapy, personality, and interpersonal relationships, as developed in the client-centered framework. In: Koch, S. Psychology. A study of science. Vol. III: Formulations of the person and the social context: 184-256
Rogers, C. R. (1961). On becoming a person. A therapist’s view of psychotherapy. Boston
Rogers, C. R. (1970). On encounter groups. New York: Harper and Row
Schmid, Peter F. (1994). Personzentrierte Gruppenpsychotherapie in der Praxis: Ein Handbuch. Bd. 1: Autonomie und Solidarität. Köln: Edition Humanistische Psychologie
Schmid, Peter F. (1996). Personzentrierte Gruppenpsychotherapie in der Praxis: Ein Handbuch. Bd. 2:Die Kunst der Begegnung. Mit einem Beitrag von Carl R. Rogers/Peter F. Schmid. Paderborn
Schmitz, H. (1998). Der Leib, der Raum, und die Gefuehle. Stuttgart
Σταλίκας, Α & Μπούτρη, Α. (2004). Το συναίσθημα στην ψυχοθεραπεία, Αθήνα
Tudor,K & Merry, T. (2006). Dictionary of Person-centred psychology, Ross-on-Wye, UK
Weber, A. (2007). Alles fuehlt, Berlin

Αφήστε μια απάντηση

Πως μπορεί να μας βοηθήσει το Focusing

Το Focusing μπορεί να μας διδάξει πώς :

  • να έλθουμε σε επαφή με βαθύτερα στρώματα της ύπαρξής μας και έτσι να γνωρίσουμε τί πραγματικά αισθανόμαστε και τι πραγματικά θέλουμε.
  • να συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας και να τον αποδεχτούμε όπως αληθινά είναι.
  • ν’ αποκτήσουμε, ή και να βελτιώσουμε, τη σχέση μας με το σώμα μας.
  • να παίρνουμε σημαντικές αποφάσεις, μ’ εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, την κρίση μας και την αξιολογική μας ικανότητα.
  • να μετατρέψουμε την αυτοκριτική και την ασάφεια των «μηνυμάτων» μας, όσον αφορά στην προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική μας ζωή, σε ισχυρούς συμμάχους.
  • να βιώσουμε ηρεμία, δυναμισμό και απόλαυση της ζωής

Επίσης μπορεί να συνδυασθεί με την θεραπεία μας και έτσι αυξήσει την αποτελεσματικότητά της