skip to Main Content

Πως μπορεί να μας βοηθήσει το Focusing

Το Focusing μπορεί να μας διδάξει πώς :

  • να έλθουμε σε επαφή με βαθύτερα στρώματα της ύπαρξής μας και έτσι να γνωρίσουμε τί πραγματικά αισθανόμαστε και τι πραγματικά θέλουμε.
  • να συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας και να τον αποδεχτούμε όπως αληθινά είναι.
  • ν' αποκτήσουμε, ή και να βελτιώσουμε, τη σχέση μας με το σώμα μας.
  • να παίρνουμε σημαντικές αποφάσεις, μ' εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, την κρίση μας και την αξιολογική μας ικανότητα.
  • να μετατρέψουμε την αυτοκριτική και την ασάφεια των "μηνυμάτων" μας, όσον αφορά στην προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική μας ζωή, σε ισχυρούς συμμάχους.
  • να βιώσουμε ηρεμία, δυναμισμό και απόλαυση της ζωής

Επίσης μπορεί να συνδυασθεί με την θεραπεία μας και έτσι αυξήσει την αποτελεσματικότητά της

Τηλ. +30 210 6459459 - e-mail: focusinghellas@yahoo.com - User:
Η Βιωματική Απόκριση

Η Βιωματική Απόκριση

Άρθρο 2: «Η βιωματική ανταπόκριση»

Eugene Gendlin

Μετάφραση: Ζαρογιάννης Παύλος

Κανόνες για ανταποκρίσεις

Βιωμένο νόημα

Τα προσωπικά προβλήματα και οι δυσκολίες της ζωής δεν είναι ποτέ μόνο γνωσιακού επιπέδου, δεν είναι ποτέ μόνο θέμα του πως κάτι ερμηνεύεται ή γίνεται κατανοητό. Υπάρχει πάντα μια αισθηματική, συναισθηματική, βιωμένη, συγκεκριμένη, βιωματική δυσκολία. Οι σκέψεις και οι ερμηνείες του ατόμου απορρέουν, και κατά μεγάλο βαθμό, επηρεάζονται από τον συναισθηματικό τρόπο, με τον οποίο ζει την κάθε κατάσταση.

Γι’αυτό και οι ανταποκρίσεις ενός θεραπευτή πρέπει, τουλάχιστον μερικές φορές, να έχουν μια συναισθηματικά βιωματική επίδραση(1), για να μπορέσουν να οδηγήσουν στην επίλυση ενός προβλήματος. Η ερώτηση, «Ποια είναι η καλύτερη θεραπευτική ανταπόκριση;» μας οδηγεί στην ερώτηση, «Πως μπορεί η ανταπόκριση ενός θεραπευτή να προκαλέσει μια συγκεκριμένη βιωματική επίδραση στον πελάτη;»

(1) Σ’αυτές τις υποσημειώσεις θα σχολιάζω τις σχέσεις ανάμεσα στην ψυχανάλυση και την πελατοκεντρική ή την βιωματική ψυχοθεραπεία. Η άποψη μου είναι, ότι, όταν είναι αποτελεσματικοί και οι δύο τρόποι ανταπόκρισης (όταν γίνονται από τους καλύτερους εκπροσώπους της κάθε προσέγγισης), είναι πάρα πολύ όμοιοι. Όμως, ο τρόπος με τον οποίο η κάθε σχολή αντιλαμβάνεται την ιδανική θεραπευτική ανταπόκριση είναι πολύ διαφορετικός, και έτσι διαφορετικές είναι και οι τυπικές παρεξηγήσεις που γίνονται σε κάθε σχολή. Επομένως διαφορετικές είναι και οι παγίδες για την κάθε σχολή.
Η ‘βιωματική επίδραση’ είναι επίσης στόχος μιας καλής ψυχαναλυτικής ερμηνείας. Ο Fenichel (1945) λέει: «Δίνοντας μια ερμηνεία, ο αναλυτής στοχεύει να επιδράσει στο δυναμικό παιχνίδι των δυνάμεων, να αλλάξει την ισορροπία… Ο βαθμός στον οποίο επιτυγχάνεται αυτή η αλλαγή είναι το κριτήριο εγκυρότητας μιας ερμηνείας. Μια έγκυρη ερμηνεία επιφέρει μια δυναμική αλλαγή…» Συνεπώς, μια ερμηνεία δεν πρέπει να είναι μόνο σωστή, αλλά να επιφέρει και μια δυναμική αλλαγή. Στα επόμενα, θα χρησιμοποιώ μια βιωματική ορολογία, και θα ονομάζω την επίδραση που θεωρώ ίδια (με την άποψη του Fenichel, σημ. τ. μετ.) μια ‘βιωματική επίδραση’. Αυτή είναι μια επίδραση, την οποία το άτομο μπορεί να νιώσει με συγκεκριμένο τρόπο .

Η πελατοκεντρική θεραπευτική ανταπόκριση ονομαζόταν αρχικά «αντανάκλαση του συναισθήματος». Λαμβάνοντας υπόψη την περαιτέρω εξέλιξη (Rogers, 1958, 1961, 1963; Gendlin, 1955-56, Gendlin and Zimring, 1955; Butler, 1958), θα πρέπει κανείς να την αποκαλεί καλύτερα «βιωματική ανταπόκριση».

Η «αντανάκλαση του συναισθήματος» έδινε μεν έμφαση στο συναίσθημα, στην αίσθηση, στην συγκεκριμένη εμπειρία, αλλά η λέξη «συναίσθημα» αναφερόταν σε πολύ συγκεκριμένα συναισθήματα όπως στην αγάπη, το μίσος, τη χαρά, τον θυμό, το φόβο. Βέβαια υπάρχουν φορές που κάποιος νιώθει τέτοια διακριτά συναισθήματα, ωστόσο τις περισσότερες φορές αυτό που νιώθει κάποιος δεν είναι τόσο ξεκάθαρο. Αυτό που αντιμετωπίζει κάποιος είναι μια πολύπλοκη, σχετικά θολή κατάσταση. Ο Rogers (1951) επεξηγεί την «αντανάκλαση των στάσεων» (η οποία σύντομα μετονομάστηκε σε «αντανάκλαση των συναισθημάτων») με παραδείγματα όπως, «Αυτό σε κάνει να νιώθεις ανήμπορος». «Ανήμπορος» δεν είναι πραγματικά ένα συναίσθημα. Παρόμοια, κάποιος νιώθει συχνά, για παράδειγμα, «ταραγμένος», «δυσάρεστα», «πικραμένος επειδή…», ή «στεναχωρημένος με …», ή «ελπίδα για…, αλλά αποθαρρυμένος επειδή…». Αυτές οι συνηθισμένες θέσεις δεν είναι στη πραγματικότητα «συναισθήματα», αλλά πολύπλοκες αντιδράσεις και τρόποι του πως αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας σε καταστάσεις που ζούμε.

Από αυτά τα παραδείγματα μπορούμε να συμπεράνουμε τα εξής:

  • 1. Η βιωματική ανταπόκριση δεν αναφέρεται συνήθως σε διακριτά, σαφή συναισθήματα, αλλά κυρίως σε ένα πολύπλοκο βίωμα. Μπορεί να το νιώθουμε πολύ έντονα, ακόμη και όταν δεν γνωρίζουμε ξεκάθαρα, τι νιώθουμε.
  • 2. Αυτό που νιώθουμε δεν είναι ένα εσωτερικό αντικείμενο (μια συναισθηματική κατάσταση που βρίσκεται μέσα μας), αλλά η βιωμένη αίσθηση ολόκληρης της κατάστασης – το πώς είμαστε μέσα σ’αυτή τη κατάσταση, τι μας προκαλεί, τι αντιλαμβανόμαστε και με το τι ερχόμαστε αντιμέτωποι.
  • 3. Αυτή η βιωμένη αίσθηση εμπεριέχει επίσης, το πώς εμείς έχουμε ερμηνεύσει και κατασκευάσει την κατάσταση. Συνεπώς, μια τέτοια βιωμένη αίσθηση δεν είναι κάτι που απλά νιώθουμε, αλλά είναι επίσης κάτι γνωσιακό. Μπορεί να μην ξέρουμε τι ακριβώς εμπεριέχει, αλλά στη βιωμένη αίσθηση ενέχονται πάντα στοιχεία ερμηνείας, όπως σκέψη, μάθηση, αντίληψη και διαμόρφωση.

Έτσι λοιπόν το «συναίσθημα», στο οποίο ανταποκρινόμαστε δεν είναι συνήθως ένα σαφές συναίσθημα, συνήθως αποκομμένο από την κατάσταση και χωρίς καμιά άρρητη νοητική γνώση. Όταν ο θεραπευτής λέει: «Φοβάσαι, ότι θα…», αναφέρεται σε ένα βίωμα του πελάτη, το οποίο εμπεριέχει, στη βιωμένη ολότητα του, το συναίσθημα μιας νοητικά ερμηνευθείσας κατάστασης.

Βέβαια, σαν θεραπευτές δεν ενδιαφερόμαστε κυρίως για τις συγκεκριμένες παρούσες καταστάσεις που ζει ο πελάτης, αλλά για τις δυσκολίες της προσωπικότητας του που φέρνει σε όλες του τις καταστάσεις. Αυτές τις δυσκολίες δεν θα έπρεπε να τις σκεφτόμαστε σαν να ήταν μικρά πραγματάκια μέσα του. Είναι πραγματικές, αξιοπρόσεκτες και βιώνονται μόνο από αυτόν καθώς ζει διάφορες καταστάσεις (είτε με άλλους, είτε μόνος του στο δωμάτιο του). Η βιωματική ανταπόκριση του θεραπευτή στοχεύει το συγκεκριμένο συναίσθημα του πελάτη που έμμεσα εμπεριέχει πάντα στοιχεία της γενικότερης κατάστασης καθώς και νοητικά στοιχεία, δηλ., τον τρόπο που ο πελάτης διαμορφώνει και ερμηνεύει καταστάσεις, προβληματικούς τρόπους μάθησης, παρελθούσες εμπειρίες, και τρόπους με τους οποίους αντιλαμβάνεται και δημιουργεί καταστάσεις.

Συνήθως τη στιγμή που κάποιος «αντιμετωπίζει» μια κατάσταση, ήδη την έχει προκαλέσει, διαμορφώσει και ερμηνεύσει με βάση τα συναισθήματα του, τη μάθηση του, τις παρελθούσες εμπειρίες του και φυσικά με τις δυσκολίες της προσωπικότητας του. Έτσι, είναι σωστό να πούμε ότι η συγκεκριμένη κατάσταση δεν ενδιαφέρει. Αυτό που πραγματικά ενδιαφέρει είναι οι δυσκολίες της προσωπικότητας του. Θα ήταν όμως λάθος να σκεφτεί κανείς τις δυσκολίες προσωπικότητας ως εσωτερικές οντότητες, στις οποίες θα προσπαθούσε να ανταποκριθεί αγνοώντας τον τρόπο με τον οποίο αυτές εμφανίζονται και ανιχνεύονται στα βιώματα του ατόμου. Το βίωμα πάντα εμπεριέχει λεπτομερειακά συμπλέγματα ατόμου-κατάστασης που βιώνονται με συγκεκριμένο τρόπο και όχι ξεκάθαρα, διακριτά συναισθήματα.

Όλα αυτά, αν και τα νιώθει κάποιος στο πετσί του, δεν έχουν ακόμη λεκτικοποιηθεί και δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί με βάση κοινά αποδεκτά πρότυπα ή κοινά αποδεκτές σημασίες. Πολύ συχνά κάποιος νιώθει έντονα, αλλά άρρητα και με μιας πολλές αποχρώσεις. (2) Ο πρώτος κανόνας είναι ότι ανταποκρινόμαστε στη βιωμένη αίσθηση (το άτομο έχει επίγνωση αυτής της βιωμένης αίσθησης, εφόσον τη νιώθει, αλλά νοητικά όμως δεν του είναι ξεκάθαρη).

Συμβολοποιώντας τη βιωμένη αίσθηση

Ένας πελάτης μπορεί να πει κάτι σαν: «Δεν είναι πρόθυμη να ψάξει για διαμέρισμα, εκεί που της είπα. Πήγε σε όλα τα άλλα μέρη, εκτός από αυτό και έτσι δεν θα μείνουμε εκεί». Αυτές οι δύο προτάσεις είναι απολύτως σαφείς. Η πελατοκεντρική ανταπόκριση του συναισθήματος θα εμπεριείχε το θυμό που θα αφουγκραζόταν ο θεραπευτής στον πελάτη

(2) Μερικοί θεραπευτές μπορεί να επέμεναν στη θέση, ότι οι αληθινές πραγματικότητες με τις οποίες δουλεύουν είναι δυναμικές οντότητες. Θα θεωρούσαν τη βιωματική πολυπλοκότητα, την οποία κάποιος βιώνει μόνο ως μια υπερ-δομή. Άλλοι, όπως εγώ για παράδειγμα, θα επέμεναν στο αντίθετο: οι δυναμικές είναι μόνο (συχνά θαυμάσιες) γενικεύσεις αυτού που στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο ως λεπτομερειακή βιωματική πολυπλοκότητα.
Αυτό το θέμα δεν χρειάζεται να λυθεί τουλάχιστον σε ότι αφορά την πρακτική, εφόσον, οποιαδήποτε και αν είναι η οπτική μας, γεγονός παραμένει ότι χρησιμοποιούμε ψυχοδυναμική γνώση για να ευαισθητοποιηθούμε ως προς τον πελάτη και να τον κατανοήσουμε, ενώ πρέπει να «διεργαστούμε» μαζί του τη δυσκολία με τρόπο συγκεκριμένα βιωματικό, τον μόνο τρόπο που μπορεί να νιώσει και επεξεργαστεί..
Ίσως η μόνη πραγματική διαφορά είναι ότι η ψυχανάλυση θεωρεί χρήσιμο να διδάξει στον ασθενή πρώτα τις γενικεύσεις, για να μπορέσει αυτός να ψάξει για τις δικές του συγκεκριμένες βιωματικές εκδοχές. Αντίθετα, οι βιωματικοί θεραπευτές το θεωρούν αυτό «εκλογίκευση» που απομακρύνει το άτομο από την βιωματική του εστία, που είναι η μόνη που έχει αξία. Το άτομο μπορεί να παράγει τις δικές του γενικεύσεις κατευθείαν από τη βιωματική του διαδικασία, και αυτές οι γενικεύσεις είναι πιο ειδικές και του ταιριάζουν καλύτερα.

του. («Είσαι θυμωμένος που επίτηδες δεν έκανε αυτό που της είπες», αυτή θα μπορούσε να είναι η ανταπόκριση ενός τέτοιου συναισθήματος).

Μπορούμε πάντα να υποθέτουμε, ότι το να βιώνεις ένα πρόβλημα είναι πιο πολύπλοκο και γι’αυτό το παρόν συναίσθημα ενέχει πολύ περισσότερα. Ναι, υπάρχει θυμός εκεί, αλλά όχι μόνο θυμός. Ο θυμός (όπως κάθε συναίσθημα) δεν είναι ένα εσωτερικό πράγμα, αλλά ένας τρόπος αλληλεπίδρασης. Δεν είμαστε ποτέ απλά θυμωμένοι, αλλά είμαστε πάντα θυμωμένοι με κάτι. Το βίωμα είναι μια διαδικασία αλληλεπίδρασης (Gendlin, 1964). Η κατάσταση μέσα στην οποία νιώθουμε θυμό, και οι άλλοι άνθρωποι με τους οποίους θυμώνουμε, πάντα εμπεριέχει πολύ περισσότερες διαστάσεις. «Θυμωμένος» είναι μια μικρή λέξη – μια γενική, διευρυμένη ταξινόμηση συναισθημάτων.

Στο παράδειγμα μας, ο θεραπευτής ανταποκρίνεται στη βιωμένη αίσθηση και χρησιμοποιεί κάποια λέξη, όπως «θυμωμένος», «μανιασμένος» ή «έξαλλος». Αυτό όμως που κάνει τη διαφορά, είναι αν ο θεραπευτής καταφέρει με την ανταπόκριση του να επισημάνει τη βιωμένη αίσθηση, που είναι πραγματικά πολύ πιο πολύπλοκη. Ανεξάρτητα από το πόσο συγκεκριμένο και ξεκάθαρο είναι αυτό που λέει ο πελάτης, εμείς πρέπει να υποθέσουμε την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης, βιωμένης αίσθησης και να αναφερθούμε σε αυτήν. Εφόσον η αίσθηση αυτή είναι βιωματική, ο πελάτης μπορεί να σχετιστεί με αυτήν άμεσα και πάντοτε αυτή εμπεριέχει άρρητα (3) ασυμβολοποίητες διαστάσεις και πολύπλοκες αντιδράσεις. Αν η ανταπόκριση του θεραπευτή στοχεύει το άρρητα πολύπλοκο βίωμα, τότε είναι πιο εύκολο για τον πελάτη να παραμείνει στο βίωμα του και να ψάξει να βρει, τι αντιμετωπίζει. Τότε μπορεί να πει: «Αυτό τελικά που με κάνει έξαλλο, είναι το ότι με αγνοεί. Καταλαβαίνω τώρα, ότι δεν είμαι τόσο πολύ θυμωμένος με το ότι δεν θα μείνουμε εκεί που ήθελα, αλλά με το ότι αγνοεί τις επιθυμίες μου». Οτιδήποτε και αν πει στη συνέχεια ο θεραπευτής, θα πρέπει να έχει υπόψη του, ότι άρρητα υπάρχουν εκεί πολύ περισσότερα. Μπορεί να περιμένει, ότι θα έρθουν στην επιφάνεια στοιχεία που σχετίζονται με την ανάγκη του πελάτη να αγαπηθεί ή να γίνει κατανοητός και όχι να τον αγνοούν, ή ίσως έρθουν στην επιφάνεια νέες και παλιές πληγές.

(3) Αυτό που εγώ ονομάζω «άρρητο» («ενεχόμενο» ή υπο-νοούμενο») μπορεί να θεωρούν οι ψυχαναλυτές «απωθημένο» ή «υποσυνείδητο», αλλά θα πρόσθεταν ότι ο φόβος που βιώνεται ή η πολύπλοκη δυσφορία υποδεικνύει ότι το «απωθημένο» είναι κοντά στην επιφάνεια και έτοιμο να εμφανιστεί. Μόνο σε τέτοιο «ασυνείδητο» υλικό ‘έτοιμο να αναδυθεί’ στη συνειδητότητα μπορεί να είναι αποτελεσματικές οι ψυχαναλυτικές ερμηνείες. Ο Fenichel λέει: « Εφόσον ερμηνεία σημαίνει να βοηθήσεις κάτι ασυνείδητο να γίνει συνειδητό ονομάζοντας το τη στιγμή που παλεύει να αναδυθεί, αποτελεσματικές ερμηνείες μπορούν να δοθούν στη μια μόνο δεδομένη στιγμή, σ’αυτή δηλ., που το ενδιαφέρον του ασθενή είναι επικεντρωμένο» (op. Cit., p.25).
Έτσι, ενώ η ψυχαναλυτική θεωρία του ασυνείδητου διαφέρει σε πολλά από την πελατοκεντρική θεωρία, αυτό το ασυνείδητο, στο οποίο αναφέρεται μια αποτελεσματική ερμηνεία είναι ακριβώς αυτό το οποίο εγώ ονομάζω «άρρητη βιωμένη αίσθηση».
Έτσι η πελατοκεντρική ανταπόκριση και η ψυχαναλυτική ερμηνεία είναι σχεδόν όμοιες, όταν δίνονται με αποτελεσματικό τρόπο. Από την άλλη πλευρά, όταν δίνονται με φτωχό τρόπο, διαφέρουν: η ψυχαναλυτική ερμηνεία όταν δίνεται φτωχά, τείνει να οδηγεί τον ασθενή σε εκλογίκευση και μακριά από τις συγκεκριμένες ανησυχίες του, ενώ όταν η πελατοκεντρική ανταπόκριση δίνεται φτωχά τείνει να επαναλαμβάνει αυτό που είπε ο πελάτης.

Μπορεί όμως αντί αυτών να φανεί, ότι ο πελάτης παραιτήθηκε πρόωρα και ότι υπέθεσε, ότι δεν μπορεί να επιβάλει τις επιθυμίες του. Αν η γυναίκα του δεν κοίταξε εκεί που αυτός ήθελε, τότε δεν θα μείνουν εκεί. Μπορεί να παραιτείται γρήγορα, ή μπορεί να μην προσπαθεί να επιβάλει τις επιθυμίες του, γιατί αν χρειάζεται να πιέσει κάποιον, αυτό γι’αυτόν να μην έχει να κάνει με αγάπη ή κατανόηση.

Οι βιωματικές αποκρίσεις του θεραπευτή στρέφουν άμεσα την προσοχή του πελάτη στη βιωμένη του αίσθηση. Ο θεραπευτής απλά βοηθάει. Μόνο στο βαθμό που ο πελάτης εστιάζεται στη βιωμένη του αίσθηση, μπορεί αυτή ν’αλλάξει – και μόνο μέσα από αυτήν μπορούν να εμφανιστούν νέα στοιχεία. (4) Κάποιοι πελάτες όταν έρχονται για θεραπεία, μπορούν ήδη να εστιάζονται στο βίωμα τους (Gendlin, 1968), ενώ με άλλους πελάτες ο θεραπευτής χρειάζεται να προσπαθήσει επανειλημμένα να στρέψει τη προσοχή τους στη συγκεκριμένη βιωμένη τους αίσθηση. Ενίοτε ο πελάτης λειτουργεί σαν να έχει πρόσβαση μόνο στις λέξεις του. Παρόλα αυτά, ο θεραπευτής πρέπει να υποθέσει και να φανταστεί, ότι ο πελάτης έχει μια άμεσα βιωμένη αίσθηση σε σχέση με ολόκληρη την πολυπλοκότητα του προβλήματος του, και οι ανταποκρίσεις του πρέπει να δείχνουν αυτήν την βιωμένη αίσθηση. Εάν κριθεί αναγκαίο, ο θεραπευτής μπορεί να φανταστεί στη θέση του πελάτη του διάφορες γενικές κατευθύνσεις που θα μπορούσε να ακολουθήσει η περαιτέρω συμβολοποίηση, αλλά αυτές δεν είναι παρά μόνο δείγματα, του τι θα μπορούσε να βρει ο πελάτης, εάν στρέψει τη προσοχή του στη βιωμένη του αίσθηση. Ο θεραπευτής προβαίνει σ’αυτό κάνοντας μόνο ένα μικρό βήμα πέρα από αυτό που λέει ο πελάτης του. Τέτοιες αποκρίσεις έχουν την πρόθεση να προσκαλέσουν τον πελάτη να δει ο ίδιος, τι θα μπορούσε να υπάρχει εκεί γι’αυτόν, αν έστρεφε την προσοχή του σ’αυτό που νιώθει. Από την άλλη πλευρά, αν ο πελάτης ήδη «εστιάζεται» άμεσα στις βιωμένες αισθήσεις των εμπειριών του, ο θεραπευτής πρέπει να τον ακολουθήσει ανταποκρινόμενος επακριβώς (ενδεχομένως και πιο λεπτομερειακά) στη βιωμένη αίσθηση πάνω στην οποία εστιάζεται ο πελάτης.

Ο όρος «Εστίαση» εννοεί κάτι σαν το ‘κοίταγμα’ ενός πράγματος που νιώθει κάποιος. Στη πραγματικότητα όμως είναι μια διαδικασία, κατά την οποία εστιαζόμενος και πράγμα είναι ένα και κατά την οποία και οι δύο αλλάζουν καθώς η διαδικασία προχωράει. Εάν κάποιος δώσει τη προσοχή του σε ένα του συναίσθημα, μετά από λίγο θα το νιώσει με διαφορετικό τρόπο απ’ότι πριν.

(4) Στη ψυχανάλυση ο ‘ελεύθερος συνειρμός’ μπορεί να μοιάζει με το παραπάνω, αλλά δεν είναι πάντα έτσι. Η ψυχαναλυτική πρακτική χρησιμοποιεί τους ελεύθερους συνειρμούς με δύο τρόπους. Ο πρώτος τρόπος συνίσταται στο ότι ο ασθενής χρησιμοποιεί ελεύθερους συνειρμούς, μέχρι ο αναλυτής να παρατηρήσει κάτι που μπορεί να ερμηνεύσει. Ο αναλυτής τότε το ερμηνεύει, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Εδώ δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα βιωματικό για τον πελάτη. Αυτό που ερμηνεύεται υπάρχει κυρίως ως συμπέρασμα στη σκέψη του αναλυτή.
Ο δεύτερος τρόπος ανταποκρίνεται πολύ περισσότερο στη βιωματική διαδικασία, όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω, και σ’αυτό που σκεφτόταν ο Freud. Με αυτή την έννοια, ο ασθενής χρησιμοποιεί ελεύθερους συνειρμούς μέχρι να φτάσει σε ένα εμπόδιο. Ο ασθενής νιώθει πολύ συγκεκριμένα αυτό το εμπόδιο, αλλά είναι ανίκανος να το συμβολοποιήσει. Ο αναλυτής στοχεύει με την ερμηνεία του κατευθείαν στη συγκεκριμένη, βιωματική αίσθηση του ασθενή για το παρόν εμπόδιο.

Το να «εστιάζεται» κάποιος σημαίνει το «να αισθάνεται παραπάνω», πράγμα το οποίο οδηγεί στην περαιτέρω συμβολοποίηση αυτού που νιώθει. Ένας δεύτερος κανόνας: επιχειρούμε να συμβολοποιήσουμε τη βιωμένη αίσθηση, έτσι ώστε να αναδυθούν μέσα από αυτήν με τρόπο σαφή νέες όψεις.

Ευαισθησία: δοκιμάζοντας κατευθύνσεις για μια βιωματική πρόοδο

Ενώ είναι γνωστό, ότι οι βιωμένες αισθήσεις είναι άρρητα πολύπλοκες, αυτό που συνήθως μόνο λέγεται, είναι ότι ο θεραπευτής πρέπει να είναι ευαίσθητος, πρέπει να «ακούει με το τρίτο αυτί» και να αφουγκράζεται όλα αυτά τα στοιχεία, έτσι ώστε να βοηθήσει τον πελάτη του να αποκτήσει επίγνωση. Ωστόσο το να λες στους θεραπευτές να είναι «ευαίσθητοι», δεν σημαίνει ότι τους λες, και πώς να είναι.

Ο καθένας θέλει να είναι ευαίσθητος, αλλά τι γίνεται όταν δεν είναι; Τι χρειάζεται να κάνει κανείς για να είναι ευαίσθητος; Η ευαισθησία «έρχεται σε εμάς»; Όχι. Σκοπεύω να πω, πως μπορεί κάποιος να ανταποκριθεί «ευαίσθητα». Αυτό γίνεται όντως βιωματικά, ανεξάρτητα από την θεωρία.

Καταρχάς, ας παραδεχτούμε λοιπόν, ότι συχνά κάνουμε λάθος σε σχέση με αυτό που ο πελάτης έχει να αντιμετωπίσει. Κάνουμε λάθος από στιγμή σε στιγμή και ενίοτε από μήνα σε μήνα. Δεν υπάρχει πραγματικά «διεισδυτική» ευαισθησία, κάτι σαν ακτίνες Χ, ούτε βρίσκεται το μυστικό στην ιδιοφυώς δυναμική ή ενορατική σκέψη. Αυτή μας δίνει συνήθως πολλά ίχνη, όχι μόνο ένα. Εάν ακολουθήσουμε προσεκτικά ένα ίχνος, τότε οτιδήποτε εμφανίζεται μας δίνει συνήθως μεγαλύτερη, περισσότερο διαφοροποιημένη ή περισσότερο λεπτομερειακή κατανόηση. Θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε διάφορα ίχνη, ή υποθέσεις βασισμένες σε διαφορετικές σκέψεις. Αυτές οι σκέψεις μας έρχονται καθώς δουλεύουμε γρήγορα και πρόχειρα. Έτσι, είναι σπάνια η περίπτωση να έχουμε μια ξεκάθαρη, ασφαλή, διεισδυτική ευαισθησία, είτε διαισθητική είναι αυτή, είτε δυναμική.

Γνωρίζοντας ότι η συγκεκριμένη βιωμένη αίσθηση του πελάτη είναι πάντα πολύπλοκη και ενέχει ασυμβλοποίητα πολλά στοιχεία, δοκιμάζουμε είτε το ένα, είτε το άλλο και συχνά δεν συμβαίνει τίποτα – καμία βιωματική επίδραση. Ενίοτε όμως όντως συμβαίνει κάτι: ο πελάτης είναι σε θέση να νιώσει εντονότερα κάτι ή να διατυπώσει πιο διαφοροποιημένα, ή πιο ξεκάθαρα αυτό που νιώθει. «Νιώθει» καθαρότερα, αυτό που ξέρει.

Ένας τρίτος κανόνας: δοκιμάζουμε διαφορετικές πιθανές εκδοχές για μια βιωματική πρόοδο. Έτσι ο θεραπευτής υποβοηθάει την συμβολοποίηση του πελάτη προτείνοντας δοκιμαστικά διάφορες κατευθύνσεις, με στόχο να προαχθεί περαιτέρω το βίωμα του πελάτη. Όταν λέμε «περαιτέρω», εννοούμε την εμφάνιση είτε νέων σχετικών στοιχείων, είτε ενός καθαρότερου, σαφέστερου συναισθήματος.

Παραμένοντας στο βιωματικό ίχνος

Όταν ο θεραπευτής προτείνει διάφορες (συχνά λανθασμένες) κατευθύνσεις, χρειάζεται να γνωρίζει, τι να κάνει
α) όταν ο πελάτης αντιδράσει με σημαντικό τρόπο, και
β) όταν ο πελάτης δεν δείξει καμία βιωματική αντίδραση στα λόγια του θεραπευτή.
Η ευαισθησία δεν αποτελεί στην πραγματικότητα κάποια μαγική πηγή, από την οποία ο θεραπευτής μπορεί να αντλεί τις αποκρίσεις του – η ευαισθησία του θεραπευτή βρίσκεται μάλλον στην προσεκτική παρατήρηση της αντίδρασης του πελάτη που προκαλούν τα λόγια του θεραπευτή.

  • α) Ακόμη και αν η ανταπόκριση του θεραπευτή δεν προκάλεσε στον πελάτη αυτό που ο θεραπευτής προσδοκούσε, ο θεραπευτής καλείται να ανταποκριθεί και σ’αυτό. Το μυστικό της ευαισθησίας δεν βρίσκεται στο να λες το σωστό, αλλά στο να μπορείς να ανταποκρίνεσαι στην αντίδραση που προκαλείς στον πελάτη. Ανεξάρτητα από το πόσο χαζό ή λάθος είναι αυτό που πρόκειται να πει ο θεραπευτής, μπορεί να το πει αν στη συνέχεια ανταποκριθεί στην προκληθείσα αντίδραση του πελάτη του, αν διατυπώσει ερωτήσεις και αν προσπαθήσει να την κατανοήσει.
  • β) Από τη άλλη πλευρά, αν η ανταπόκριση του θεραπευτή αποδειχθεί άνευ σημασίας, ακόμη και τότε ο θεραπευτής πρέπει να ξέρει, πώς να οδηγήσει τον πελάτη του πίσω στη βιωματική του διαδρομή. Είναι σημαντικό να μην σκέφτεται ο πελάτης, ότι είναι υποχρεωμένος να συζητήσει ή να διερευνήσει κάτι ασήμαντο, μόνο και μόνο επειδή το ανέφερε ο θεραπευτής. Για παράδειγμα, αν η απάντηση του πελάτη μου είναι: «Ναι, αυτό πρέπει να είναι αλήθεια …, ε …», τότε είμαι σίγουρος, ότι η ανταπόκριση μου δεν είναι καλή. Οι άνθρωποι νομίζουν, ότι κάτι που συμπεραίνουν είναι σωστό – ακόμη και αν δεν το νιώθουν άμεσα. Το «ε…» λοιπόν υποδεικνύει, ότι ο πελάτης δεν μπορεί να προχωρήσει προς κάποια κατεύθυνση με αυτό που είπα. Σε αυτή τη περίπτωση λέω: «Μάλλον σου φαίνεται σωστό αυτό που λέω, αλλά δεν είναι αυτό που κυρίως νιώθεις». Και έτσι τον προσκαλώ ξανά να προσέξει αυτό που ακριβώς νιώθει και να μην ασχοληθεί πλέον με την άχρηστη ανταπόκριση μου.

Ο στόχος των θεραπευτικών αποκρίσεων δεν είναι να είναι σωστές. Οι θεραπευτικές αποκρίσεις στοχεύουν στη προαγωγή της βιωματικής διαδικασίας του πελάτη. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί και στις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις.

Ο τέταρτος κανόνας: Ακολουθούμε τα βιωματικά ίχνη.

Βιωματική αναφορά: Σε τι στοχεύουν οι αποκρίσεις μας

Στην πολύ απλή περιγραφή που ήδη δόθηκε, ενέχεται ένας πέμπτος κανόνας. Οι αποκρίσεις μας στοχεύουν στη βιωματική αίσθηση της όλης κατάστασης του, που έχει τώρα ο πελάτης. Η ίδια η ανταπόκριση μπορεί να αποδειχθεί λάθος ή άστοχη, αλλά αυτό δεν είναι τόσο σημαντικό όσο ο ίδιος ο στόχος της. Μια θεραπευτική ανταπόκριση στοχεύει πάντα στην άμεσα βιωμένη αίσθηση του πελάτη αυτού για το οποίο μιλάει. Ο στόχος είναι που κάνει την ανταπόκριση «βιωματική ανταπόκριση». Ο στόχος αυτός υπονοεί επίσης ότι μόνο η βιωματική αντίδραση του πελάτη είναι ο βασικός δείκτης της εγκυρότητας της. Η ανταπόκριση μου μπορεί να είναι σωστή, σοφή και επακριβής, αλλά είναι άχρηστη (5) αν αστοχεί, αν δηλ., δεν καταδεικνύει την άμεσα βιωμένη αίσθηση του πελάτη της όλης κατάστασης που αντιμετωπίζει.

Μπορούμε πάντα να φανταζόμαστε μια βιωμένη αίσθηση ενός πολύπλοκου «όλου» (ακόμη και αν ο πελάτης αναφέρθηκε σε κάτι αρκετά ειδικό), και να φανταζόμαστε επίσης να προσπαθούμε να ανταποκριθούμε σε αυτό το ευρύτερο «όλο». Αυτό το κάνουμε κατανοώντας ακριβώς ότι λέει, γιατί χωρίς αυτή την ακριβή κατανόηση, δεν μπορούμε να εμβαθύνουμε στη βιωμένη αίσθηση του όλου προβλήματος. Γι’αυτό πρέπει να αντιληφθούμε επακριβώς και πλήρως όλα αυτά που λέει και εννοεί. Πιάνοντας την κάθε πιο μεμονωμένη απόχρωση αυτού που εκφράζει ο πελάτης, μπορούμε να φανταστούμε, ότι αυτό το μεμονωμένο και ειδικό δεν μας λέει παρά μόνο ένα περιστατικό, μια διάσταση του προβλήματος που περιγράφει ο πελάτης, ενώ νιώθει άμεσα όλη την άρρητη πολυπλοκότητα.

Η «βιωματική» ανταπόκριση είναι δυνατή μόνο, επειδή μία βιωμένη αίσθηση (μια βιωματική αίσθηση «όλου αυτού») μπορεί να περιέχει τόσες πολλές ασυμβολοποίητες διαστάσεις, ώστε αυτό που λέει κάποιος να είναι πάντα πολύ περιορισμένο. Όλο το δυναμικό υλικό στο οποίο μπορεί να αναφέρεται μια θεωρία είναι άρρητα εδώ, σε αυτή την άμεσα βιωμένη αίσθηση που έχει το άτομο καθώς μιλάει και λέει αυτά τα περιορισμένα πράγματα – μόνο που αυτή τη γνώση τη νιώθει, δεν την ‘ξέρει’. Την νιώθει με ανολοκλήρωτο, αρχόμενο τρόπο. Το να εκφράσει όλα αυτά με λόγια, θα σήμαινε να τα βγάλει πέρα με όλα αυτά. Το πρόβλημα του είναι ότι δεν μπορεί. Συνεπώς, για να καταφέρει (σε ένα βάθος χρόνου) να διαφοροποιήσει και να εκφράσει λεκτικά και αλληλεπιδραστικά την βιωμένη του αίσθηση, απαιτείται μια περαιτέρω βιωματική διαδικασία την οποία τώρα μπορεί να αναλάβει. Αυτή θα λύσει το πρόβλημα.

Γι’αυτό λοιπόν, όταν οι αποκρίσεις μας στοχεύουν στην βιωμένη αίσθηση του πελάτη σχετικά με το πρόβλημα του, και όταν ανταποκρινόμαστε τόσο επακριβώς όσο γίνεται, ώστε να παραθέτουμε αυτό που αυτός εξέφρασε, τον βοηθάμε να αισθανθεί περισσότερο και έτσι να αποκτήσει μεγαλύτερη επίγνωση. Καθώς ανταποκρινόμαστε στοχεύοντας ρητά αυτό που τώρα συγκεκριμένα νιώθει, ο πελάτης καθίσταται ικανός να αισθανθεί, και ικανός να συμβολοποιήσει πολλά περισσότερα. (6)

(5) Οι ψυχαναλυτές θα επιχειρηματολογούσαν λέγοντας ότι μερικές ερμηνείες που δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια της ψυχαναλυτικής συνεδρίας, τις παίρνει ο ασθενής μαζί του και γίνονται έτσι ασκήσεις για το σπίτι. Είναι αλήθεια, ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει συχνά στη ψυχανάλυση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο θεραπευτής απέτυχε να βοηθήσει τον πελάτη του να προχωρήσει σε επεξεργασία; Αν ο πελάτης δεν μπόρεσε να το κάνει αυτό με τον θεραπευτή μαζί, θα μπορέσει να το κάνει πραγματικά μόνος του;
(6) Η ψυχαναλυτική διατύπωση αυτού θα ήταν: Καθώς ανταποκρινόμαστε σε αυτό που είναι προσυνειδητό, όλο και περισσότερο υλικό αναδύεται στο Προσυνειδητό από το Ασυνείδητο. Ωστόσο, δεν φαίνεται ορθό να ονομάσουμε «προσυνειδητό» κάτι του οποίου την επίγνωση νιώθουμε, και μάλιστα συχνά επώδυνα, ακόμη και όταν αυτό γνωσιακά δεν είναι σαφές και αποτελείται μόνο από αρχόμενα αναχαιτισμένες αντιδράσεις. Το να το ονομάσουμε «προσυνειδητό» υποδηλώνει, ότι η διαδικασία έχει ήδη πλήρως λάβει χώρα, αλλά κρυφά, όταν στη πραγματικότητα η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί.

Ο πέμπτος κανόνας είναι: Οι ανταποκρίσεις δείχνουν. Η ανταπόκριση πρέπει να δείχνει ακριβώς προς την βιωμένη αίσθηση που νιώθει τώρα ο πελάτης. Στοχεύουμε ακριβώς αυτή τη βιωμένη αίσθηση που έχει κάποιος καθώς παλεύει να καταστήσει όσο σαφές γίνεται, αυτό που λέει.

Προαγωγή

Η βιωματική ανταπόκριση δείχνει προς, και στρέφει τη προσοχή του πελάτη, στη βιωματική του διαδικασία, ώστε να προαχθεί αυτή η βιωματική διαδικασία. Έτσι, μια από τις καλύτερες αντιδράσεις του πελάτη στα λεγόμενα του θεραπευτή είναι: «Όχι, καθόλου, δεν είναι καθόλου έτσι. Είναι περισσότερο κάτι σαν…». Συχνά, το πώς εγώ νομίζω ότι είναι ‘αυτό’, καθιστά ικανό το πελάτη να εκφράσει ακριβέστερα, το πώς αυτό πραγματικά είναι. Και αυτό είναι που θέλω, επειδή η ανταπόκριση μου δεν μια τεκμηριωμένη δήλωση που θέλει να είναι αληθινή, αλλά μια υποδεικνύουσα δήλωση που προσπαθεί να ξεκαθαρίσει και να προάγει αυτό που νιώθει ο πελάτης.

Όταν κάποιος έχει ένα πρόβλημα, είναι πάντα κατά ένα μέρος μπερδεμένος και βαλτωμένος. Για να μπορέσει να ξεκαθαρίσει τι είναι λάθος, πρέπει να αποσαφηνίσει περισσότερο τις αντιδράσεις του και την κατάσταση του. Χωρίς περαιτέρω αποσαφήνιση, δεν μπορεί να ‘ξεκαθαρίσει’ τίποτα!! Έτσι, όλα αυτά που λέει τώρα, δεν σημαίνει ότι ήδη υπήρχαν ολοκληρωμένα μέσα του, προτού τα πει. Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε μέσα από τις θεραπευτικές αποκρίσεις δεν είναι απλά η εύρεση γεγονότων ή η εξήγηση. Αντίθετα, επιχειρούμε αυτού του είδους την αποσαφήνιση που συνεπάγεται εντονότερη και καλύτερη ζωή, εντονότερα και καλύτερα συναισθήματα από αυτά που μπορούσε να βιώσει όταν ήταν βαλτωμένος και υπέφερε.

Ένας έκτος κανόνας είναι: Προσπαθούμε να προάγουμε τη βιωματική διαδικασία. Η συμβολοποίηση προάγει περαιτέρω τη βιωματική διαδικασία, η οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν προάγετο.

Η «προαγωγή» οδηγεί τον θεραπευτή, όχι το αντίθετο

Δεν ψάχνουμε να βρούμε κάποιο παλιό «περισσότερο», αλλά μόνο αυτό το «περισσότερο» που θα επιλύσει ή θα αποσαφηνίσει ότι προηγουμένως κολλούσε, φαινόταν αδύνατο ή μπερδεμένο. Πως μπορούμε να πούμε, ποιο είναι αυτό; Πάλι, μόνο η παρούσα βιωματική αντίδραση του πελάτη. Έτσι οι ανταποκρίσεις μας πρέπει να καθοδηγούνται από την από στιγμή σε στιγμή αντίδραση του πελάτη, να μην ψάχνουμε να βρούμε αν αυτό που είπαμε είναι έγκυρο, αλλά να ανοίξουμε έναν δρόμο σ’αυτόν για να μπορέσει να κινηθεί, να εγκαθιδρύσουμε θεραπευτική κατεύθυνση. (7) Αυτό φαίνεται από τα νέα δεδομένα των εμπειριών που βιώνει στο παρόν ο πελάτης (μαζί με νέες, ξεκάθαρες ερμηνείες και ορισμούς), που γι’αυτόν πρότερα ήταν αδύνατα.

(7) Διανοητικά κάποιος μπορεί να δηλώσει (είτε ο πελάτης, είτε ο θεραπευτής) ποιο είναι το πρόβλημα του πελάτη, γιατί υπάρχει, ποια η αιτιολογία, περασμένες εμπειρίες, ποια η εμπλοκή των άλλων και του πελάτη. Κάποιος θα μπορούσε ακόμη να προδιαγράψει τις λύσεις για οποιοδήποτε σε τέτοια δύσκολη θέση – αν και, ασφαλώς, άνθρωποι που θα εφάρμοζαν τέτοιες λύσεις δεν θα εμπλέκονταν για πολύ σε τέτοιες δυσχερείς καταστάσεις. Κι όμως τέτοιες λύσεις δεν ταιριάζουν στον συγκεκριμένο πελάτη. Δεδομένου του παρελθόντος του πελάτη και των συναισθηματικών και αλληλεπιδραστικών αδυναμιών που έχει, μπορούμε συχνά να δούμε, γιατί δεν υπάρχει γι’αυτόν καμιά εύλογη λύση, γιατί πρέπει να είναι και να παραμείνει όντως όπως είναι. Και έτσι φτάνουμε λοιπόν στο αδιέξοδο της καθαρά διανοητικής προσέγγισης. Και τώρα τι;
Η καθαρά διανοητική ‘αποσαφήνιση’ του προβλήματος της προσωπικότητας του πελάτη αποτυγχάνει, αν δεν προάγει περαιτέρω τα συναισθήματα του, την βιωματική του διαδικασία. Μια απλή παράθεση γεγονότων δεν επιφέρει καμία αλλαγή. Στην ιατρική (όπως και στην επισκευή αυτοκινήτων) διάγνωση και θεραπεία είναι δύο διαφορετικές φάσεις. Καταρχάς πρέπει να ξέρεις τι πάει στραβά και μετά να αποφασίσεις τι χρειάζεται να κάνεις. Σε σχέση με την αλλαγή της προσωπικότητας ωστόσο αυτή η διάκριση σε δύο φάσεις δεν ισχύει. Εάν η διαδικασία της αποσαφήνισης δεν άλλαξε ήδη τον πελάτη, τότε δεν μπορούμε να συμπεράνουμε κάτι από αυτά που μάθαμε που θα ήταν βοηθητικό γι’αυτόν. Μπορούμε μόνο να εξηγήσουμε ακριβέστερα, πως έγινε αυτός που είναι, γιατί πρέπει να είναι έτσι όπως είναι, γιατί δεν μπορεί να αλλάξει. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε, αν φτάσουμε σ’αυτό το τέλμα (το να γνωρίζουμε τα πάντα, αλλά να μην έχουμε επιφέρει καμία αλλαγή) είναι να προσκαλέσουμε τον πελάτη να εξερευνήσει περαιτέρω, να ξανακοιτάξει αυτά που και οι δύο μας ήδη ξέρουμε με την ελπίδα, ότι αυτή τη φορά θα εμπλέξουμε τη συναισθηματική του ζωή, έτσι ώστε αυτή να προαχθεί και να λυθεί κάτι, να κάνουμε δηλ., αυτό που οι ψυχαναλυτές αποκαλούν «διεργασία».
Η βιωματική προσέγγιση μπορούμε να πούμε επίσης πως μας προσφέρει μια συστηματική μέθοδο για αυτό που η ψυχανάλυση ονομάζει διαδικασία «διεργασίας» , κάτι που αξιοπρόσεκτα σπάνια συζητείται στην ψυχαναλυτική βιβλιογραφία . Ο θεραπευτής μπορεί να νιώθει ότι ξέρει τη γενική κατεύθυνση της θεραπείας, αλλά τα συγκεκριμένα βήματα της «διεργασίας» δεν του είναι γνωστά εκ των προτέρων και ούτε μπορούν να καθοριστούν διανοητικά. Και οι δύο, πελάτης και θεραπευτής, πρέπει να πηγαίνουν εκεί που τα βιωματικά βήματα τους οδηγούν – αυτά που καθώς εμφανίζονται ο πελάτης τα νιώθει. Και οι δύο μπορεί να εκπλαγούν από τις αλλαγές των βημάτων και από την ενδεχόμενη λύση.
Ακόμη και όταν ο θεραπευτής ενδιαφέρεται να φτάσει ο πελάτης σε συγκεκριμένα αποτελέσματα, πρέπει να είναι σε θέση να αντέξει το ότι τα βιωματικά βήματα, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα, οδηγούν σε διαφορετική κατεύθυνση από αυτή που θα ήθελε. Αν μπορεί να ακολουθήσει τα βιωματικά βήματα, τότε είτε θα επιτευχθεί ο ενδεχόμενος στόχος που προέβλεψε (παρόλες τις αλλαγές στην κατεύθυνση), είτε θα μάθει με πολύ πειστικό τρόπο, αν η τελική λύση τον εκπλήσσει, ότι μια λύση πολύ διαφορετική από αυτή που προσδοκούσε, είναι δυνατή (Gendlin, 1967α).
Ένας θεραπευτής που αρνείται να πάει εκεί που οδηγούν τα βιωματικά βήματα του πελάτη, εμποδίζει συνήθως τον πελάτη του να εμπλακεί σε μια αυθεντική διαδικασίας επίλυσης. Αυτό δεν σημαίνει, ότι η παρουσία του θεραπευτή και οι αποκρίσεις του ως ένα άλλο πρόσωπο αφήνουν τον πελάτη ανεπηρέαστο. Αντίθετα, η επίλυση δεν θα μπορούσε να αναδυθεί, χωρίς το γεγονός ότι η συμβολοποίηση με – και κυρίως έναντι σε – ένα άλλο πρόσωπο είναι πολύ διαφορετική διαδικασία από το να κάθεται και να νιώθει κανείς μόνος του. Οι στάσεις και η ανταποκριτική διαθεσιμότητα του θεραπευτή επηρεάζουν θεμελιωδώς αυτό που είναι ο πελάτης και αυτό που βρίσκει, αλλά καθώς αυτά αναδύονται βιωματικά, και οι δύο πρέπει να ακολουθούν τα συγκεκριμένα βήματα που εμφανίζονται και που βιώνονται άμεσα. .

Έτσι, ένας έβδομος κανόνας: Μόνο ο κάθε ένας από μας ξέρει τα ίχνη του – εμείς ακολουθούμε τα βιωματικά του ίχνη έτσι όπως αυτός τα νιώθει. Πως όμως μπορούν οι αποκρίσεις μας να καθοδηγούνται από τη βιωματική του διαδικασία, όταν την ίδια στιγμή έχω πει, ότι αυτό που ψάχνουμε δεν είναι καθόλου εδώ; Δεν αποτελεί αυτό αντίθεση; Από τη μια πλευρά λέω πως μόνο η βιωματική διαδικασία του πελάτη μπορεί να οδηγήσει τον θεραπευτή, και από την άλλη πλευρά λέω ότι αυθεντική αποσαφήνιση σημαίνει, κατά ένα μέρος, περαιτέρω επεξήγηση και περαιτέρω βιωματική διαδικασία.

Δεν μπορεί οτιδήποτε να οριστεί με χιλιάδες διαφορετικούς τρόπους; Πως επιλέγει κανείς μια κατεύθυνση;
Η απάντηση βρίσκεται στο ότι δεν αναζητάμε έναν οποιοδήποτε δρόμο περαιτέρω επεξήγησης και συνέχισης της βιωματικής διαδικασίας, αλλά μόνο τον δρόμο, στον οποίο αναδύονται ψιχία βιωματικής επίλυσης αυτού που προηγουμένως φαινόταν κολλημένο, μπερδεμένο ή αβάσταχτο.

Αλλαγή του σημείου αναφοράς: η «βιωμένη αλλαγή»

Τώρα πρέπει να παρατηρήσουμε ακριβέστερα, το πώς αναγνωρίζουμε την ανάδυση ενός ψιχίου βιωματικής επίλυσης ή αποσαφήνισης αυτού που ο πελάτης νιώθει ως πρόβλημα. Πως μπορούμε να πούμε, ότι προάγεται η βιωματική του διαδικασία; Σημαίνει κάθε νέο βίωμα «προαγωγή» της βιωματικής διαδικασίας; Όχι, δεν είναι έτσι. Τη λέξη «προαγωγή» (ή «περαιτέρω») τη χρησιμοποιούμε πάντα αναφορικά με αυτό, το οποίο τον είχε προηγουμένως απογοητεύσει, εμποδίσει, σπαζοκεφαλιάσει, μπερδέψει, αναχαιτίσει, αυτό που τον είχε καταστήσει ανίκανο να προχωρήσει σε ένα δρόμο που θα άντεχε, θα τον ένιωθε σωστό, κατάλληλο.

Όταν η βιωματική διαδικασία «προάγεται», υπάρχει μια πολύ ξεχωριστή και αλάνθαστη αίσθηση ‘παράδοσης’, ανακούφισης, ζωντάνιας, απελευθέρωσης. Την ονομάζω «αλλαγή του σημείου αναφοράς (τώρα πλέον: βιωμένη αλλαγή, σημ. τ. μετ.)», γιατί υπάρχει μια βιωμένη αλλαγή σχετικά με αυτό που βιώνεται άμεσα. Μπορεί να εμφανιστεί τη στιγμή που κάτι φαίνεται να λύεται ή να επιλύεται, αλλά επίσης και όταν ένα συναίσθημα γίνεται πιο ξεκάθαρο ή όταν αναδύεται μια νέα όψη.

Ο άνθρωπος έχει κάποια ενοχλητική, αλλά ασαφή βιωμένη αίσθηση αυτού που συζητάει. Αρκετά συχνά εξηγεί, περιγράφει γεγονότα, κατανοεί αιτίες, επινοεί το πώς θα ήθελε να είναι, λέει πολλά αληθινά και σωστά πράγματα – κι όμως, τίποτα συγκεκριμένο δεν αλλάζει. Η βιωμένη του αίσθηση, παρόλα τα λόγια και την προσπάθεια, είναι ακριβώς όπως πριν. Δεν εμφανίστηκε καμία «αλλαγή του σημείου αναφοράς». Δεν υπήρξε καμία βιωματική επίδραση.

Αντίθετα, είναι αλάνθαστα διαφορετικά, όταν εμφανίζεται ακόμη και το πιο μικρό κομμάτι ‘βιωμένης ανακούφισης’ ή ‘αλλαγή του σημείου αναφοράς’. Μπορεί να φαίνεται μόνο ότι αυτό απλά υποδεικνύει την αλήθεια όσων λέγονται – αλλά καθώς ο πελάτης συνεχίζει να διερευνά τις βιωμένες του αισθήσεις, όλα τώρα είναι λίγο διαφορετικά. Νέες αποχρώσεις αναδύονται. Πολλά που πριν φαίνονταν σημαντικά, ξαφνικά γίνονται ασήμαντα πια. Το μικρό κομματάκι της ‘βιωμένης ανακούφισης’ έχει γίνει τώρα ένα πραγματικό βήμα. Ο πελάτης αναφέρεται πάλι άμεσα στη βιωμένη αίσθηση όλου του προβλήματος, για το οποίο μιλάει, αλλά αυτή η βιωμένη αναφορά είναι ελαφρά αλλαγμένη.

Η νέο-αναδυόμενη διάσταση μπορεί να φαίνεται ότι δεν επιλύει τίποτα, ίσως και να είναι κάτι χειρότερο από αυτό που ο πελάτης περίμενε. Μπορεί να πει: «Τι απαίσια! Τώρα πραγματικά δεν ξέρω, τι να κάνω». Αλλά αν αυτή είναι μια διάσταση που αναδύεται αυθεντικά από την βιωμένη αίσθηση αυτού που αντιμετωπίζει, αν αυτή είναι μια διάσταση που αναδύεται αυθεντικά από τη βιωματική του διαδικασία, τότε νιώθει την χαρακτηριστική «ανακούφιση», μια βιωμένη αλλαγή, μια βιωματική επίδραση που ονομάζω «αλλαγή του σημείου αναφοράς» (Gendlin, 1964). Μετά από μια στιγμή βιωμένης αλλαγής του σημείου αναφοράς, όλα είναι συνήθως λίγο αλλαγμένα, και νέες λέξεις συνήθως αναδύονται.

Ο όγδοος μας κανόνας είναι: Μόνο η αλλαγή του σημείου αναφοράς είναι πρόοδος. (Η κατεύθυνση, την οποία η πρόοδος πρέπει να ακολουθήσει, υποδεικνύεται από την άμεσα βιωμένη ανακούφιση ή την «αλλαγή του σημείου αναφοράς» του πελάτη).

Η βιωματική χρησιμοποίηση των εννοιών

Θεωρητικά έχουμε υπονοήσει (βλ. Gendlin, 1962, 1964) ότι, όταν κάποιος “αποκτά επίγνωση” ενός πράγματος, για το οποίο προηγουμένως δεν είχε επίγνωση, αυτό αρχικά πάντα ή ταυτόχρονα εμπεριέχει πάντα προαγωγή της βιωματικής διαδικασίας. Επίσης, έχουμε υπονοήσει, ότι κάθε αρνητική, απογοητευτική κατάσταση ή κάθε πρόβλημα ενέχουν μέσα τους άρρητα τις κατευθύνσεις για την θετική επίλυση τους, ακόμη και αν αυτή η λύση πρέπει να εφευρεθεί και όχι απλά να ‘βρεθεί’. Έτσι ο θεραπευτής πρέπει να παρακολουθεί πάρα πολύ προσεκτικά τις δυνητικά αρχόμενες θετικές διαστάσεις μέσα στις ακατάλληλα αρνητικές συμπεριφορές και συναισθήματα. Η βιωματική διαδικασία είναι η σωματική αίσθηση του ότι είσαι ζωντανός, και ως ζώα που είμαστε, παραμένουμε ζωντανοί μόνο επειδή τα ‘ζωικά’ σώματα μας είναι οργανωμένα σε βιολογικά συστήματα συντήρησης της ζωής. Κάθε ανθρώπινο ζώο είναι πάρα πολύ διαμορφωμένο μέσα από τον πολιτισμό και από την ατομική μάθηση, και με αυτή την λεπτομερειακή διαμόρφωση το σώμα τείνει να παραμένει οργανωμένο. (Αν δεν γινόταν αυτό, σύντομα θα καταρρέαμε). Με δεδομένη την αναπτυγμένη μάθηση του τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να κάνουμε, μια κατάσταση μπορεί εύκολα να γίνει μια «αδύνατη κατάσταση» για μας, δηλ., μια κατάσταση, στην οποία δεν μπορούμε να βρούμε κανένα τρόπο ερμηνείας ή δράσης που να προάγει την συντήρηση της ζωής. Όμως το ίδιο το αδύνατο του προβλήματος αποτελείται από θετικές τάσεις και θετικές αποφυγές που συμβάλουν στη συντήρηση της ζωής. (8)

(8) Ο ψυχαναλυτικός τρόπος να διατυπωθεί αυτό είναι: η ενέργεια που διατηρεί την απώθηση έρχεται από το ίδιο το απωθημένο. Αυτή η δήλωση σημαίνει, ότι η ενέργεια που τώρα εμποδίζει την αποδέσμευση, την οποία αναζητά κάποιος στη ψυχοθεραπεία, είναι στην ουσία η ενέργεια αυτού, το οποίο κάποιος προσπαθεί να αποδεσμεύσει.

Όταν ανακαλύπτονται νέες μορφές ερμηνείας που είναι χρήσιμες στο άτομο, τότε αυτές γίνονται ιδιαίτερα σημαντικές, επειδή επιτρέπουν μια μικρή συνέχιση της βιωματικής διαδικασίας, και αυτό είναι πάντα απελευθερωτικό και το ‘νιώθει κανείς καλά’, ακόμη και όταν νιώθει απαίσια με αυτό το νέο που αναδύεται, μετά από ένα μικρό, περαιτέρω βιωματικό βήμα.

Είναι αυτονόητο, ότι αυτά τα «βήματα» και τη «συνέχιση της βιωματικής διαδικασίας» δεν μπορούμε να τα συμπεράνουμε λογικά. Καμία από τις θεωρητικές μας έννοιες δεν είναι τόσο ειδική και πολύπλοκη αρκετά που να πλησιάζει στο ελάχιστο τις αποχρώσεις που νιώθει κάποιος. Η λογική και η θεωρία απλά αναπαριστούν μερικές διαστάσεις της εμπειρίας σε ένα γενικό σχήμα. Αφού επιλυθεί μια βιωματική δυσκολία, μπορούμε πάντα να εξηγήσουμε τι συνέβη. Μπορούμε να το εξηγήσουμε με λίγες προτάσεις, ή λεπτομερειακά με ένα μεγάλο αφήγημα. Αλλά κατά τη διάρκεια επίλυσης, στη θεραπεία, οι θεωρητικές μας έννοιες είναι μόνο εργαλεία που δείχνουν, και γι’αυτό βοηθούν να αναφερθούμε στην εμπειρία και γι’αυτό την προάγουν περαιτέρω. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου, ότι οι έννοιες που διαθέτουμε είναι άχρηστες ή άνευ σημασίας. Όσο πιο ορθά και καλά μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις έννοιες (οποιεσδήποτε και αν χρησιμοποιήσουμε), τόσο καλύτερα μπορούμε να ‘δείξουμε’ και να βοηθήσουμε τον πελάτη στην προαγωγή της βιωματικής του διαδικασίας.

>

Ο ένατος κανόνας είναι: Η θεραπεία απαιτεί την βιωματική χρησιμοποίηση των εννοιών. Στη θεραπεία οι λέξεις μας και οι έννοιες θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται όχι μόνο σε σχέση με τα γεγονότα και λογικά, αλλά βιωματικά, να δείχνουν προς την βιωματική διαδικασία.

Ίσως πιο σημαντικό είναι, ότι η βιωματική χρησιμοποίηση των εννοιών εμπεριέχει, όχι λογικά, αλλά βιωματικά βήματα. Η αποφασιστική διαφορά είναι, ότι αν χρησιμοποιούμε μια έννοια βιωματικά, τότε θέλουμε να καταδείξουμε αυτό που βιώνεται, και οποιαδήποτε νέα στοιχεία αναδυθούν. Αν αυτά τα νέα στοιχεία δεν ταιριάζουν στην έννοια μας, δεν εκπλησσόμαστε. Τη χρησιμοποιήσαμε μόνο για να αναφερθούμε στην εμπειρία μας.

Ήταν ο Rogers (1951) που έκανε την σημαντική ανακάλυψη, ότι η «αντίσταση» μπορεί να παρακαμφθεί, αν ο θεραπευτής συντονιστεί με, αντί να σταθεί απέναντι, στις επιθυμίες, τις αντιλήψεις και αυτό-προστατευτικές ορμές του πελάτη. Αυτό σημαίνει δηλ., ότι ο πελάτης σύντομα κάνει βήματα, μέσα από τα οποία αναδύεται το «απωθημένο» (ο Rogers το ονόμαζε «εκτός επίγνωσης») στη θετική του, ή προστατευτική του μορφή, ακόμη και αν αρχικά ήταν εξαιρετικά αρνητικό ή αυτό-ματαιωτικό. Αυτή όμως η αλλαγή απαιτεί από τον θεραπευτή να ανταποκρίνεται στις αληθινές προθέσεις του πελάτη, έτσι όπως αυτός τις βιώνει, και να μην τις αξιολογεί εξωτερικά.
Η ψυχαναλυτική εκδοχή αυτού του βασικού γεγονότος διαφέρει πάρα πολύ, σαν να ήταν μόνο μια θεωρητική δήλωση για την πηγή της ενέργειας. Από την άλλη πλευρά, η διατύπωση του Rogers («πίστη» στο άτομο, «αρχή της ανάπτυξης», «αυτό-πραγμάτωση») έδωσε σ’αυτό το γεγονός μια φαινομενικά ιδεαλιστική και αισιόδοξη φυσιογνωμία. Η βιωματική διατύπωση δεν αποσαφηνίζει μόνο, ότι αυτό το γεγονός αποτελεί μια βασική οργανωτική διάσταση κάθε ζώντος οργανισμού, αλλά δείχνει επίσης, γιατί πλήρης συμβολοποίηση ενός προβλήματος είναι δυνατή μόνο στα πλαίσια συνέχισης της βιωματικής διαδικασίας. Οι μπλοκαρισμένες τάσεις προς την κατεύθυνση της περαιτέρω βιωματικής επεξεργασίας, οι οποίες επηρεασμένες πολιτισμικά οδήγησαν στην σύγκρουση και όχι στην επίλυση, δημιούργησαν αρχικά το πρόβλημα.

Τα νέα στοιχεία μπορεί να γεννήσουν μέσα μας μια διαφορετική έννοια, μία που προηγουμένως δεν ταίριαζε καθόλου. Αν είχαμε πολύ χρόνο, θα μπορούσαμε να προσπαθήσουμε να συμφιλιώσουμε σε θεωρητικό επίπεδο τις δύο έννοιες, αλλά συνήθως δεν έχουμε χρόνο για κάτι τέτοιο σε μια τρέχουσα θεραπεία. Σίγουρα υπάρχει μια συνέχεια, και αυτή μπορεί να γίνει εμφανής. Δεν ήμασταν λάθος πριν, σίγουρα όχι παντελώς, μια που ότι είπαμε ή κάναμε μας βοήθησε να έρθουμε εδώ που είμαστε τώρα. Όμως τώρα θα χρησιμοποιήσουμε με νέο τρόπο όλες μας τις θεωρητικές, διαγνωστικές και διανθρώπινες γνώσεις για να αντιληφθούμε αυτή τη νέα στιγμή, αυτά τα νέα στοιχεία. Κάτι που Θα σκεφτούμε ή θα πούμε τώρα μπορεί να είναι αρκετά αντίθετο με τα προηγούμενα. Το βιωματικό βήμα βρίσκεται ανάμεσα στην παλιά έννοια και την τωρινή. Δεν είναι μόνο μια λογική ακολουθία από την μια έννοια στην άλλη. (9)

Οι θεραπευτές δυσκολεύονται μερικές φορές να μάθουν αυτή τη βιωματική χρησιμοποίηση των εννοιών. Ένας απλός τρόπος για να δείξει κανείς τι είναι, είναι να αλλάξει θέσεις: Με ποιο τρόπο θα ήθελες να χρησιμοποιεί ο πελάτης τις έννοιες; Θα ήθελες να σου μιλάει μόνο γνωσιακά, θεωρητικά πηγαίνοντας από το ένα σημείο στο άλλο καθαρά μέσα από γεγονότα και λογικά συμπεράσματα; Όχι. Δεν θέλεις καθόλου να χρησιμοποιεί τις έννοιες του εξαιτίας του εννοιολογικού τους ενδιαφέροντος και των λογικών τους επιπλοκών, αλλά ως δείκτες και εκφράσεις της συναισθηματικής και αλληλεπιδραστικής του ζωής.

Δεν σε πειράζει να μιλάει ο πελάτης σου για πολιτική, θρησκεία ή για ψυχολογική θεωρία, εφόσον αυτό που λέει πραγματικά δείχνει προς, και είναι εν γνώσει του συνδεδεμένο με, τον αγώνα του να αποσαφηνίσει και να ξεπεράσει τα προβληματικά του συναισθήματα και αντιδράσεις. Αν αυτό είναι η άμεση αναφορά των λόγων του, αν αυτά τα αφηρημένα θέματα είναι απλά υποβοηθήματα για να εκφράσει τα συναισθηματικά του νοήματα, τότε ένας τέτοιος λόγος μπορεί να είναι θεραπευτικός. Αν όμως χρησιμοποιεί αυτές τις έννοιες κατά γράμμα και όχι ως δείκτες των βιωματικών του αποχρώσεων, τότε η θεραπεία βαλτώνει και ο πελάτης «ορθολογικοποιεί».

(9) Σ’αυτές τις υποσημειώσεις επεξηγήθηκε η βιωματική χρησιμοποίηση των εννοιών αναφορικά με την ψυχανάλυση: όταν σ’αυτές τις υποσημειώσεις είπα, ότι μερικές πελατοκεντρικές διατυπώσεις μπορούν να εκφραστούν ψυχαναλυτικά, δεν εννοούσα, ότι οι δύο διατυπώσεις ήταν στη πραγματικότητα ταυτόσημες ή ότι η μια μπορεί να αναχθεί στην άλλη. Αντιθέτως, έχω επίγνωση των τεράστιων διαφορών κάθε έννοιας καθώς και των θεωρητικών της επιπλοκών, αλλά είναι ακριβώς αυτές οι τελευταίες, που μπορώ να βάλω στη άκρη με τη βιωματική χρησιμοποίηση των εννοιών. Μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτές τις πολύ διαφορετικές θεωρητικές έννοιες στη βιωματική τους αναφορά, την οποία επίσης έχουν. Τότε ανακαλύπτω, ότι η βιωματική τους αναφορά είναι η ίδια.
Για παράδειγμα, πέρα από τη θεωρία, τι σημαίνει συγκεκριμένα ο όρος «δυναμική αλλαγή»; Όταν εμφανίζεται στη πράξη, σε τι αναφέρεται; Είναι πολύ κοντά σε αυτό, στο οποίο συγκεκριμένα αναφέρεται ο αρκετά διαφορετικός όρος που χρησιμοποιώ εγώ, «αλλαγή του σημείου αναφοράς».
Το να χρησιμοποιείς έννοιες με αυτό τον τρόπο απαιτεί να βάζεις εκούσια στην άκρη τις θεωρητικές τους αντιφάσεις και να χρησιμοποιείς μόνο τις βιωματικές τους αναφορές. Αυτό σημαίνει να πηγαίνεις από το ένα σημείο σκέψης στο άλλο, μέσα από αυτό στο οποίο κάθε έννοια βιωματικά αναφέρεται, και μέσα από το τι κάνουμε εμείς με αυτό (πως το διαφοροποιούμε περαιτέρω), αντί να βαδίζουμε μόνο κατά μήκος των θεωρητικών επιπλοκών. Αυτή είναι η βιωματική χρησιμοποίηση των εννοιών, η οποία στη θεωρία της βιωματικής διαδικασίας (Gendlin, 1962α, 1962β, 1966) αναπτύχθηκε ως μια θεωρία σκέψης.

Η ίδια συνθήκη ισχύει και για το πώς ο θεραπευτής χρησιμοποιεί τις έννοιες. Ανεξάρτητα από την θεωρία που κατάγονται οι έννοιες, αν χρησιμοποιηθούν βιωματικά, μπορούν να βοηθήσουν, καθώς ο πελάτης προσπαθεί να προάγει τη βιωματική του διαδικασία. Αλλά βέβαια, αυτό σημαίνει, ότι πρέπει να καθοδηγούνται και να αλλάζουν από τα νέα στοιχεία που εμφανίζονται.

Βιωματικό βάθος

Μια σημασία της λέξης «βάθος» (στην οποία δεν βρίσκω καμία ψυχοθεραπευτική χρήση) είναι το «βάθος» γενικευμένων θεραπευτικών επιπλοκών. Ας το αποτυπώσουμε αυτό σε ένα διάγραμμα οριζόντια, πάνω στον άξονα «χ». Από ένα δεδομένο σημείο, στο οποίο ο πελάτης νιώθει τώρα, εμείς οι ειδικοί διαγνώσεων μπορούμε να προχωρήσουμε και να συμπεράνουμε πολλά άλλα χαρακτηριστικά και τρόπους αυτού του πελάτη. Αν είναι έτσι όπως λέει τώρα ότι είναι, τότε είναι πιθανό να είναι αυτό ή εκείνο. Έτσι, μπορούμε να μετακινηθούμε προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά πάνω στο διάγραμμα μου και να πούμε όλα των ειδών τα (ίσως και αρκετά σωστά) πράγματα γι’αυτόν. Αυτό συνήθως αποσπά τον πελάτη, από το να εμβαθύνει αυτό που τώρα νιώθει.(10)

Βιωματικό βάθος

(10) Στη προσωποκεντρική ορολογία, «ερμηνεία» σημαίνει κακή ανταπόκριση. Η ερμηνεία αναφέρεται σ’αυτό το είδος της ανταπόκρισης, η οποία εισάγει διανοητικά ή διαγνωστικά σημαντικό υλικό που στη πραγματικότητα απομακρύνει τον πελάτη από το βιωματικό του ίχνος και τον οδηγεί στην ορθολογικοποίηση. Για να μην επιφέρω σύγχυση με περαιτέρω ορολογία, επέλεξα να γράψω σ’αυτό το κεφάλαιο το πως εμείς κατανοούμε την πιο αποτελεσματική θεραπευτική ανταπόκριση. Υποθέτω, ότι αυτό είναι το θέμα στο οποίο αναφέρεται ο τίτλος του βιβλίου.
Στη δική μας χρήση των λέξεων η «ερμηνεία» αναφέρεται σ’αυτό που ορίζεται με τον άξονα «Χ» στο παραπάνω διάγραμμα. Προσπαθούμε να το αποφύγουμε. Υποθέτω πως και οι αποτελεσματικοί ψυχαναλυτές προσπαθούν να το αποφύγουν, όπως δείχνουν και οι προηγούμενες παραπομπές στον Fenichel.

Ωστόσο, υπάρχει μια άλλη διάσταση που μπορεί πραγματικά να ονομαστεί «βάθος». Την αποτυπώνουμε κατά μήκος του άξονα «Υ» στο διάγραμμα. Είναι βάθος μέσα στο σημείο, στο οποίο βρίσκεται τώρα ο πελάτης και νιώθει. Κατά μήκος αυτής της διάστασης μπορεί να εκφράσει (όπως μπορούμε να εκφράσουμε και εμείς) περισσότερο και περισσότερο και περισσότερο, αλλά πάντα επακριβώς (όλο και περισσότερο ακριβέστερα) αυτό το συναίσθημα που τώρα νιώθει (καθώς αυτό μέσα από αυτό αλλάζει).

Τι διαφοροποιεί, τότε, το «βάθος» κατά μήκος του άξονα «Υ»; Τι θα ήταν συναφές με την παρούσα βιωματική εμπειρία του ατόμου; Πως μπορεί να πει κάποιος, τι πραγματικά είναι «μέσα» σ’αυτό και τι δεν είναι; Η απάντηση βρίσκεται μόνο σε μια σειρά βιωματικών βημάτων.

Το βιωματικό βάθος μπορεί να αναδείξει όψεις που μοιάζουν αρκετά με αυτές που θα αναδείκνυαν τα θεωρητικά μας συμπεράσματα, ή μπορεί να αναδείξει όψεις που εμείς δεν θα καταφέρναμε ποτέ να αναδείξουμε. Όπως και αν είναι, εμείς δεν μπορούμε ποτέ να κάνουμε τα συγκεκριμένα βιωματικά βήματα για ένα άλλο πρόσωπο. Ακόμη και όταν είμαστε τυχεροί και ανταποκρινόμαστε τέλεια έτσι ώστε να βοηθήσουμε τον άλλο να προάγει την βιωματική του διαδικασία, αυτό που μετράει δεν είναι η ανταπόκριση αυτή καθεαυτή, αλλά η συγκεκριμένη μετακίνηση του άλλου.

Έτσι, ο δέκατος κανόνας είναι: Το «βάθος» είναι μέσα στο σημείο, όχι μακριά από αυτό.

Μπορώ τώρα να ανακεφαλαιώσω τις αρχές της βιωματικής ανταπόκρισης, τις οποίες έχω παρουσιάσει μέχρι τώρα:

  • 1. Ανταποκρινόμαστε στο βιωμένο νόημα
  • 2. Προσπαθούμε να συμβολοποιήσουμε το βιωμένο νόημα
  • 3. Προτείνουμε δοκιμαστικές κατευθύνσεις για ένα βιωματικό πλεόνασμα
  • 4. Προσπαθούμε να ακολουθήσουμε το βιωματικό ίχνος
  • 5. Οι ανταποκρίσεις δείχνουν
  • 6. Προσπαθούμε να προάγουμε την βιωματική διαδικασία
  • 7. Μόνο το άτομο γνωρίζει το ίχνος του: ακολουθούμε την αίσθηση του για το ίχνος του
  • 8. Μόνο η βιωμένη αλλαγή είναι προχώρημα
  • 9. Η θεραπεία απαιτεί τη βιωματική χρήση των εννοιών
  • 10. Το βάθος είναι μέσα στο σημείο, όχι μακριά από αυτό

Βιωματική αλληλεπίδραση

Πολύ συχνά η καλύτερη ανταπόκριση μπορεί να προκύψει, αν εμείς ως θεραπευτές προσέξουμε τα ίδια μας τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις μας. Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι’αυτό. Πρώτο, αυτό που λέει ο θεραπευτής έχει μόνο περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Η προσωπική του παρουσία και η αλληλεπιδραστική του ανταπόκριση έχουν περισσότερη δύναμη. Ας υποθέσουμε ότι δεν υπήρχαν πραγματικοί θεραπευτές και ότι προβάλλονταν μόνο τα λόγια τους σε ένα τοίχο για να τα διαβάσει ο πελάτης. Θα ήταν η θεραπεία το ίδιο αποτελεσματική; Όχι, δεν θα ήταν (αλλά ακόμη και τότε, ο πελάτης ορθά θα είχε δυνατά συναισθήματα απέναντι στο άγνωστο αλλά πραγματικό άλλο πρόσωπο που αντιδρά σ’αυτόν και που κάνει αυτές τις δηλώσεις). Το γεγονός ότι υπάρχει ένα άλλο πραγματικό πρόσωπο είναι θεμελιώδες μέρος της αποτελεσματικότητας των θεραπευτικών αποκρίσεων. Το παρόν βίωμα του πελάτη σχετίζεται πάντα με συγκεκριμένο τρόπο με το πραγματικό άλλο πρόσωπο και είναι πάντα στραμμένο προς αυτό, ακόμη και αν λεκτικά φαίνεται αυτός μόνο να διερευνά τον εαυτό του.

Μέχρι ένα βαθμό, ο πελάτης μπορεί να προάγει τη βιωματική του διαδικασία ακόμη και όταν είναι μόνος του και ανταποκρίνεται στον εαυτό του, σκέφτεται τον εαυτό του, ή μιλάει σιωπηλά στον εαυτό του. Απλά και μόνο βάζοντας σε λόγια ότι νιώθει, ξεκαθαρίζει και προάγει τη βιωματική του διαδικασία. Αν ο πελάτης μιλάει δυνατά στον εαυτό του, το αποτέλεσμα μεγιστοποιείται. Με το να μιλάει δυνατά, αποφεύγει να πέσει σε μια θολή, γεμάτη σκέψεις περιπλάνηση. Με το να γράφει πράγματα για τον εαυτό του, μπορεί να μεγιστοποιήσει το αποτέλεσμα ακόμη περισσότερο. Αν τα μαγνητοφωνήσει και τα ακούσει, το αποτέλεσμα είναι ακόμη πιο δυνατό. Οι περισσότεροι άνθρωποι, όταν ακούσουν για πρώτη φορά τον εαυτό τους από κασετόφωνο, μένουν έκπληκτοι και σαστισμένοι επειδή ακούν διαστάσεις του εαυτού τους που συνήθως δεν ακούν. Πως είναι δυνατόν για αυτούς να «ακούν» στην μαγνητοφωνημένη φωνή τους ότι δεν μπορούν να ακούν καθώς μιλούν; Το βίωμα είναι βασικά αλληλεπιδραστικό. Το να ακούς τη φωνή από το κασετόφωνο σημαίνει το να αντιλαμβάνεσαι εξωτερικές περιβαλλοντικές διαστάσεις του εαυτού σου, οι οποίες συνήθως δεν ανατροφοδοτούνται ποτέ. Αλλά χωρίς ανατροφοδότηση δεν υπάρχει διαδικασία αλληλεπίδρασης (καμία αλυσίδα αντίδρασης, αποτελέσματος, και αντίδρασης σ’αυτό), αλλά συνήθως μόνο η άρρητη και οδυνηρά αναχαιτισμένη συνθήκη – δεν υπάρχει πραγματική βιωματική διαδικασία. Έτσι περιβαλλοντικές επιδράσεις προάγουν το βίωμα. Ωστόσο, πολύ πιο δυνατό αναφορικά με αυτό το θέμα είναι ένα πραγματικό άλλο πρόσωπο που ανταποκρίνεται όχι απλά σαν ένα κασετόφωνο, αλλά που το ίδιο είναι μια άλλη κατεύθυνση, πάνω στην οποία οι αναχαιτισμένες αντιδράσεις του πελάτη προάγονται μέσα σε βιωμένες αλληλεπιδράσεις με ένα περιβάλλον.

Οι ανταποκρίσεις ενός θεραπευτή ταιριάζουν στην παραπάνω λίστα των περιβαλλοντικών αλληλεπιδράσεων μόνο αν αυτός ανταποκρίνεται στον πελάτη. Σαν θεραπευτής, μπορώ συνήθως να διαφοροποιήσω ανάμεσα σε αυτές τις βιωμένες αντιδράσεις μου που είναι πραγματικά άσχετες καθώς προέρχονται από τα προσωπικά μου προβλήματα, σε αντίθεση με αυτές που είναι σχετικές με την αλληλεπίδραση μας εδώ. Αν αυτό που νιώθω είναι σχετικό με αυτό που κάνουμε τώρα εδώ, πρέπει να ανταποκριθώ από αυτό.

Οι αντιδράσεις μου είναι μέρος της αλληλεπίδρασης μας. Οφείλω στον πελάτη να προάγω αυτό το μέρος της αλληλεπίδρασης μας που λαμβάνει χώρα τώρα σε μένα. Αν δεν το κάνω, και οι δύο μας θα κολλήσουμε σε σχέση με αυτό το σημείο. Ασφαλώς, είμαι υπεύθυνος για το πως ανταποκρίνομαι. Αυτό σημαίνει, ότι πρέπει να ανταποκριθώ με τέτοιο τρόπο, ώστε η αντίδραση μου να δοθεί πίσω σ’αυτόν ειλικρινά, να γίνει ορατή, να δράσω έτσι ώστε να ανταποκριθεί μετά σε αυτό που μου προκάλεσε.

Έτσι, δεν «δρω» απλά στη θεραπεία – ή τουλάχιστον δεν κάνω μόνο αυτό, αλλά προάγω τα δικά μου συναισθήματα, ώστε να γίνουν περισσότερο αυτά που είναι, από τη στιγμή που αρχικά είναι συχνά αναχαιτισμένα. Δεν θα εκφράσω τις αμυντικές μου αντιδράσεις, ή τουλάχιστον (αν καταλάβω, ότι το έχω κάνει ήδη) θα συνεχίσω να μιλάω μέχρι να γίνει ορατό αυτό που πραγματικά μου συμβαίνει.

Έχει λίγη σημασία το πόσο καλός, σοφός ή υγιής είναι ή φαίνεται ο θεραπευτής. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο θεραπευτής είναι ένα άλλο πρόσωπο που ανταποκρίνεται, και κάθε θεραπευτής μπορεί να είναι βέβαιος ότι μπορεί να είναι έτσι. Για να είναι έτσι, ωστόσο, ο θεραπευτής πρέπει να είναι ένα πρόσωπο του οποίου οι παρούσες αντιδράσεις είναι ορατές, έτσι ώστε να προάγουν την βιωματική διαδικασία του πελάτη, και να μπορεί ο πελάτης να αντιδράσει σε αυτές. Μόνο ένα ανταποκρινόμενο και αληθινό πρόσωπο μπορεί να παρέχει κάτι τέτοιο. Καμιά απλή λεκτική σοφία δεν μπορεί να το κάνει.

Ο θεραπευτής θα έπρεπε να είναι αρκετά σταθερός για να μην αποδομηθεί. Ωστόσο, αυτό μεταφέρεται συνήθως πιο αληθινά αν είναι ανοιχτός ως προς τις αντιδράσεις του, απ’ότι αν τις κρύβει. Αν ο πελάτης νιώσει ότι ο θεραπευτής κάτι συγκαλύπτει, ο πελάτης δεν μπορεί να αντιδράσει καθαρά, ούτε μπορεί να ξέρει, αν ο θεραπευτής μπορεί να αντέξει την αντίδραση του. Αν είναι ανοιχτός, ο θεραπευτής δείχνει με απλό τρόπο τον βαθμό, στον οποίο μπορεί να αντέξει να ενοχλείται, να θυμώνει, να πληγώνεται, να αναστατώνεται.

Όμως ο θεραπευτής και οι αντιδράσεις του δεν θα έπρεπε να γίνουν το κεντρικό θέμα. Σαν θεραπευτής, προτίθεμαι να είμαι στο επίκεντρο για λίγο διάστημα. Προτίθεμαι να δώσουμε σημασία και να διαλευκάνουμε τις αντιδράσεις μου, αν αυτές αποτελούν μέρος αυτού που θάπρεπε μαζί να είμαστε σε θέση να προάγουμε. Δεν πιστεύω, ότι θάπρεπε να θέσω την «αντιμεταβίβαση» μου εκτός της ώρας, όπου ο πελάτης δεν μπορεί να την δει και αντιδράσει σ’αυτήν. Πρέπει ο πελάτης μου να έχει πρόσβαση σε οτιδήποτε σε μένα θα μπορούσε να τον αφορά. Αλλά ο πελάτης παραμένει το κέντρο. Φροντίζω να καθίσταται δυνατό να διερευνάται κάθε μια από τις αντιδράσεις μου αν αυτό είναι αναγκαίο, και στο βαθμό που αυτό εξυπηρετεί το στόχο μας. Αυτός ο στόχος είναι να ξεκαθαρίσουμε την αλληλεπίδραση μας και να την προάγουμε, και όχι να την δυσκολέψουμε με νέες επιπλοκές.

Πολλοί θεραπευτές έχουν αμφισβητήσει αυτή τη διάσταση της βιωματικής αλληλεπίδρασης. Πως διαφοροποιείται αυτό για τους θεραπευτές από την θεραπεία; Σπάνια και για λίγα λεπτά, μπορεί να είναι ακριβώς αυτό, αλλά ο σκοπός είναι να υπάρχει πρόσβαση στα συναισθήματα μου για να μπορεί ο πελάτης να κινηθεί ελεύθερα και να προχωρήσει. Πιθανόν δεν θα κολλήσουμε σε μένα: καθώς το να είμαι ανοιχτός προάγει την βιωματική διαδικασία του πελάτη, ο πελάτης κατά πάσα πιθανότητα θα προχωρήσει παρακάτω, αν δεν τον σταματήσω.

Πολλοί πελάτες χρειάζονται μία μεγάλη περίοδο (μήνες) συνεχών θεραπευτικών ανταποκρίσεων ακριβώς αυτού που νιώθουν, αντιλαμβάνονται και υπο-νοούν. Κατά τη διάρκεια τέτοιων περιόδων τα συναισθήματα του θεραπευτή χρησιμοποιούνται με σκοπό να νιώσει (ο θεραπευτής) με τη φαντασία του τις βιωμένες αισθήσεις του πελάτη. Περισσότερο προσωπικές αντιδράσεις του θεραπευτή εκφράζονται, κυρίως όμως, μόνο πολύ σπάνια.

Αυτό που ειπώθηκε εδώ δεν θα έπρεπε να ενθαρρύνει τους θεραπευτές να εκφράζουν συχνά και δραματικά τον εαυτό τους, εφόσον αυτό που χρειάζεται ο πελάτης είναι βοήθεια για να αναπτύξει μία ήπια και αργή διαδικασία της βιωματικής του εστίασης.

Η κατηγορία των πελατών που δεν ακολουθεί κανένα βιωματικό ίχνος, μπορεί να χρειαστεί πολύ αυτο-έκφραση του θεραπευτή (Gendlin, 1962), για να δημιουργηθεί καταρχάς μία βιωματική αλληλεπίδραση. Από την άλλη πλευρά, όταν ο πελάτης βρίσκεται σε μία βιωματική διαδικασία διαφοροποίησης και προαγωγής της βιωμένης αίσθησης των δυσκολιών του, τότε είναι καλύτερα να μην υπάρχουν καθόλου διακοπές από την πλευρά του θεραπευτή. Τότε είναι συνήθως καλύτερα για τον θεραπευτή να ακολουθεί ήπια και με ακρίβεια κατανοώντας κάθε αλλαγή και κάθε κύρια απόχρωση, και χωρίς να προσθέτει κάτι που θα μπορούσε να αποπροσανατολίσει τον πελάτη από το ίχνος του και να τον οδηγήσει σε διαφορετικό και άσχετο ειρμό σκέψεων.

Ο θεραπευτής είναι σε ιδιαίτερη εγρήγορση ως προς τις αντιδράσεις του που είναι δυσάρεστες (το να νιώθει ότι πέφτει ο προβολέας επάνω του, αμήχανα, ανυπόμονα, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ενοχλημένος). Σχεδόν πάντα ο θεραπευτής ανακαλύπτει να έχει τέτοιες αντιδράσεις σε μία στιγμή, αφού έχει ήδη προσπαθήσει να τις συγκαλύψει, να τις αντιμετωπίσει, να τις καταπιέσει ή να ξεφύγει μακριά από αυτές. Είναι φυσικό να τείνουμε να «ελέγχουμε» τέτοιες αντιδράσεις και συνήθως αυτές είναι αρκετά μικρές ώστε να μπορούν πολύ εύκολα να ελεγχθούν. Παρόλα αυτά, εμπεριέχουν σημαντικές πληροφορίες για ότι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην αλληλεπίδραση.

Είναι φυσικό ο θεραπευτής να νιώθει λίγο ανίκανος ή ‘εκτός’, όταν έχει τέτοιες αντιδράσεις. Σίγουρα τέτοιες αντιδράσεις συχνά αγγίζουν αυτό που μέσα του είναι ανίκανο ή αταίριαστο, και κανένας άνθρωπος δεν ζει χωρίς τέτοια στοιχεία. Αλλά αν δούμε μόνο αυτό, χάνουμε μια θεμελιώδη διάσταση της ψυχοθεραπείας: Αν ο πελάτης είναι ένας δύσκολος άνθρωπος, δεν θα μπορέσει παρά να αφυπνίσει δυσκολίες στον άλλο με τον οποίο σχετίζεται στενά. Δεν θα μπορέσει να κρατήσει για τον εαυτό του όλες του τις δυσκολίες, ενώ αλληλεπιδρά στενά με τον θεραπευτή. Αναγκαστικά ο θεραπευτής θα βιώσει τη δική του εκδοχή των δυσκολιών, διαστρεβλώσεων και αναστολών που θα έχει σίγουρα η αλληλεπίδραση. Και μόνο να αυτές εμφανιστούν, μπορεί η αλληλεπίδραση να τις ξεπεράσει και να είναι θεραπευτική για τον πελάτη. (11) Έτσι, συναισθήματα δυσκολίας, βαλτώματος, αμηχανίας, χειραγώγησης, δυσφορίας, κλπ., είναι ουσιώδεις δυνατότητες για την σχέση ώστε να γίνει θεραπευτική. Αλλά αυτό δεν μπορεί να συμβεί, αν ο θεραπευτής ξέρει μόνο πως να κρατάει υπό τον «έλεγχο» του αυτά του τα συναισθήματα (δηλ., πως να τα καταπιέζει βίαια). Ασφαλώς και μπορεί να τα ελέγχει, εφόσον συνήθως δεν είναι πολύ έντονα. Αντίθετα, ο θεραπευτής πρέπει να κάνει μία παραπάνω προσπάθεια για να τα αντιληφθεί.

(11) Σε όλη αυτή την εργασία συζητούμε, πως πρέπει να είναι μια θεραπευτική ανταπόκριση για να ξεκινήσει μία «διαδικασία διεργασίας». Οι περισσότεροι θεραπευτές συμφωνούν στο ότι η ψυχοθεραπεία δεν μπορεί να είναι μόνο διανοητική, αλλά θα πρέπει να εμπεριέχει μία «επαναβίωση», μία «συναισθηματική αφομοίωση»,
μια αλληλεπιδραστική «μεταβιβαστική» διαδικασία, κατά την οποία ο πελάτης δεν μιλάει μόνο για τα συναισθήματα του, αλλά τα ξαναζεί και τα νιώθει σε σχέση με τον θεραπευτή.
Αλλά, ακόμη αυτό, αν και πολύ αληθινό, δεν χαρακτηρίζει την διαδικασία αλλαγής. Δεν είναι αρκετό, το ότι ο πελάτης επαναλαμβάνει με τον θεραπευτή τα ανοίκεια του συναισθήματα και τους λανθασμένους τρόπους να δημιουργεί διαπροσωπικές καταστάσεις. Ούτως ή άλλως, ο πελάτης τα επαναλαμβάνει αυτά με τον καθένα στη ζωή του, και όχι μόνο με τον θεραπευτή. Έτσι, η απλή επανάληψη, ακόμη και όταν αυτή οδηγεί σε συγκεκριμένη επαναβίωση, δεν λύνει ακόμη κάτι. Κάπως, με τον θεραπευτή, ο ασθενής δεν επαναλαμβάνει μόνο – πηγαίνει πέρα από την επανάληψη. Δεν ξαναζεί – ζει περαιτέρω, αν λύσει τα προβλήματα βιωματικά.
Η ψυχαναλυτική βιβλιογραφία είναι λεπτομερής σε ότι αφορά περιεχόμενα προσωπικότητας και συγκρούσεις, αλλά πενιχρή στο πως εμφανίζεται η διαδικασία «διεργασίας». Παρομοίως είναι λεπτομερής σε ότι αφορά την επανάληψη και την επαναβίωση της «μεταβίβασης», αλλά πενιχρή στο πως συγκεκριμένα εμφανίζεται ή «διαχείριση» ή το «ξεπέρασμα» της μεταβίβασης. Αλλά αυτό το τελευταίο, είναι ασφαλώς, όπως και η μεταβίβαση μία συγκεκριμένη ζωντανή αλληλεπίδραση. Είναι μέρος της μεταβίβασης, τα τελευταία της στάδια, και είναι η μόνη διάσταση της μεταβίβασης που αλλάζει κάτι, πολύ περισσότερο από απλά επαναλαμβανόμενες εμπειρίες.

Μάλιστα πρέπει να συνεχίσει (και συνήθως μπορεί εύκολα) να ελέγχει αυτά τα συναισθήματα και όχι να καταστραφεί ή να αναστατωθεί υπερβολικά από αυτά – αλλά πρέπει επίσης να τα δει ως την πολύτιμη, συγκεκριμένη αίσθηση του της παρούσης συνεχιζόμενης δυσκολίας, του παρόντος έκδηλου περιορισμού της αλληλεπίδρασης και της βιωματικής διαδικασίας του πελάτη.

Μόνο πολύ αργότερα μπορεί ο θεραπευτής (και ο πελάτης) να δει καθαρά τι γινόταν. Δεν μπορείς να περιμένεις να καταλάβεις καθαρά το πρόβλημα, όταν είσαι μέσα σ’αυτό. Όπως είπα πρωτύτερα, το να καταλάβεις καθαρά είναι δυνατό μόνο όταν βιώνεις πλήρως, και για αυτό πρέπει να βιώσεις πέρα από τον περιορισμό, ο οποίος δημιουργεί ένα πρόβλημα ή μία δυσκολία. Έτσι, ο θεραπευτής δεν μπορεί να βολεύεται πάντα στη γνώση του. Πρέπει να είναι πρόθυμος να αντέχει το μπέρδεμα και τον πόνο, να αντέχει να νιώθει έξω από τα νερά του, να πέφτει ο προβολέας πάνω του και να μην βρίσκει έναν καλό, σοφό ή επιτήδειο τρόπο διαφυγής. Μόνο αν αναπτύξει ανοιχτούς και διαφανείς τρόπους ώστε να προάγει την αλληλεπίδραση του με τον πελάτη υπό αυτούς τους όρους, μπορεί να προάγει περαιτέρω τη βιωματική διαδικασία του πελάτη.

Αν ο θεραπευτής δεν μπορεί να είναι περισσότερο διαφανής, ανοιχτός και λιγότερο ευάλωτος από ότι οι περισσότεροι άνθρωποι στη ζωή του πελάτη, και αν ο θεραπευτής δεν μπορεί να επιτρέψει στον πελάτη να δει τι ανακίνησε στον θεραπευτή, τότε ο πελάτης δεν θα είναι σε θέση να προάγει την βιωματική του διαδικασία περαιτέρω και διαφορετικά από ότι συνήθως κάνει. Πολλές από τις αλληλεπιδραστικές συμπεριφορές του πελάτη είναι διαταραγμένες, αμυντικές και επηρεάζουν αρνητικά τους άλλους. Έτσι ο πελάτης ζει σε προβληματικές καταστάσεις. Αν ο θεραπευτής γίνει ο ίδιος μία τέτοια κατάσταση (και κατά καιρούς γίνεται), μπορεί να βοηθήσει μόνο αν η αντίδραση του είναι περισσότερο ανοιχτή από ότι η συνηθισμένη αντίδραση των άλλων.

Ο θεραπευτής σπάνια χρειάζεται να χαρακτηρίσει τέτοιες αντιδράσεις ως «μόνο τα συναισθήματα μου». Αν παρατηρήσει μέσα του τέτοιες αντιδράσεις , μπορεί να αναρωτηθεί «γιατί;». Πολύ σύντομα καταλαβαίνει γιατί, αν προσέξει την βιωμένη του αίσθηση και την προάγει.

Τότε, μπορεί να ανταποκριθεί άμεσα και ξεκάθαρα σ’αυτή την διάσταση της αλληλεπίδρασης που του προκάλεσε αυτό το συναίσθημα. Το δύσκολο σημείο είναι να αντιληφθεί κανείς τη δυσφορία. Αν αυτή γίνει αντιληπτή, τότε συνήθως εξηγείται από μόνη της.

Η κύρια δυσκολία της προσωπικότητας του θεραπευτή δεν είναι συνήθως το πρόβλημα, και γι’αυτό ο θεραπευτής είναι πολύ περισσότερο σε θέση απ’ότι ο πελάτης να προάγει την βιωμένη του αίσθηση. Έτσι ο θεραπευτής βρίσκεται σε θέση να ανταποκριθεί με τέτοιο τρόπο, ο οποίος πηγαίνει πέρα από αυτό το πρόβλημα.. Αν ο θεραπευτής δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει τα παρόντα θολά συναισθήματα του με έναν περίπου τέτοιο τρόπο, θα άφηνε αχρησιμοποίητο το κύριο πλεονέκτημα που θα πρόσφερε στον πελάτη η μεγαλύτερη του δύναμη ή η καλύτερη κρίση του (υπό αυτούς τους όρους). Αυτή το πλεονέκτημα είναι ακριβώς το ότι ο θεραπευτής μπορεί πιθανόν να προάγει την βιωμένη του αίσθηση ως προς το τι είναι λάθος, ενω ο πελάτης, ακόμη, δεν μπορεί.

Ωστόσο, συνήθως αποφεύγουμε τέτοια συναισθήματα και τα αγνοούμε. Σταδιακά έμαθα να στρέφομαι προς κάθε τέτοια αίσθηση αμηχανίας, βαλτώματος, σύγχυσης ή ανειλικρίνειας που μπορεί να νιώσω. Με το «στρέφομαι προς αυτό», δεν εννοώ ότι το αφήνω απλά έτσι όπως το νιώθω, αλλά το μετατρέπω σε κάτι που κοιτάζω, από το οποίο μπορώ να πάρω πληροφορίες για αυτή τη στιγμή. Με αυτό τον τρόπο αρχικά το επεξεργάζομαι περαιτέρω στη σκέψη και το συναίσθημα, και μετά ανταποκρίνομαι από αυτό.

Ο θεραπευτής προσέχει τις αντιδράσεις του και τις επεξεργάζεται εσωτερικά προτού τις εκφράσει. Συνήθως δεν εκφράζω αντιδράσεις που είναι ακόμη απόλυτα ασαφείς. (Θα το κάνω μόνο αν, αφού προσπαθήσω, δω ότι δεν μπορώ να τις ξεκαθαρίσω και έχω ακόμη την αίσθηση ότι είναι σημαντικές. Τότε θα πω κάτι, ακόμη και αν βρίσκομαι σε σύγχυση). Δεν θα ξέρω ακριβώς τι και πως, και ειδικά τίποτα σε σχέση με το πως ο πελάτης μου γέννησε αυτή την αντίδραση – ή και το κατά πόσο το έκανε αυτό. Αλλά πολύ συχνά μπορώ να μου ξεκαθαρίσω τα συναισθήματα του, και έτσι είμαι σε θέση να τα εκφράσω σαφώς και απλά με λίγες λέξεις. Συνήθως, μπορώ να πω απλά σε ποια παρόντα γεγονότα αναφέρομαι.

Εμποδίζει μία τέτοια αυτο-παρατήρηση του θεραπευτή την παρατήρηση του πελάτη; Καθόλου. Εκατοντάδες πράγματα περνούν στο μυαλό. Μόνο με επίπονη προσπάθεια μπορούμε να καταπιέσουμε οτιδήποτε, έτσι ώστε να μην αντιληφθούμε τι συμβαίνει μέσα μας. Είναι αλήθεια, ότι η προτεραιότητα της προσοχής μου είναι στον πελάτη, σε αυτό που λέει και κάνει, αλλά αυτό μου αφήνει αρκετό χώρο για να αντιληφθώ τις δικές μου αντιδράσεις. Στο βαθμό που δεν είναι σημαντικές, απλά ‘φεύγουν’, αλλά αν φαίνονται σημαντικές, πρέπει να τις λάβω υπόψη μου, να τις επεξεργαστώ περαιτέρω. Κατά περίπτωση, μπορεί να αποφασίσω να τους δώσω φωνή. Η απόφαση μου εξαρτάται από το κατά πόσο πιστεύω ότι αυτές, οι αντιδράσεις μου, ανήκουν στην αλληλεπίδραση, δηλ., τις χρειάζεται ο πελάτης. Αν τις χρειάζεται για αν δει πιο καθαρά τι συμβαίνει, τι κάνει, τότε πρέπει κάπως να αντιδράσω μέσα από αυτές, ώστε να του δώσω τη δυνατότητα να βιώσει με μένα περαιτέρω ή πληρέστερα απ’ότι βιώνει με τους άλλους.

Ότι ο πελάτης αναμοχλεύει σε μένα είναι κομμάτι μου. (Σε έναν διαφορετικό άνθρωπο θα προκαλούσε διαφορετικές αντιδράσεις). Αλλά οι αντιδράσεις μου είναι επίσης μέρος της λειτουργίας του πελάτη και του τρόπου του να διαμορφώνει καταστάσεις και αλληλεπιδράσεις. Οτιδήποτε δικό μου αποκαλύπτεται με αυτό τον τρόπο, πρέπει να διασφαλίσω ότι μπορεί να αντιδράσει σε αυτό και ότι μπορεί να προάγει το βίωμα του περισσότερο απ’ότι συνήθως μπορεί με άλλους.

Ενώ οι προβληματικές συμπεριφορές του πελάτη μπορεί να γεννήσουν απόρριψη στους περισσότερους ανθρώπους (και ας πούμε, ότι έχουν φέρει τον θεραπευτή σε δυσάρεστη θέση), το απλό γεγονός ότι εμπλέκεται ένα πρόβλημα προσωπικότητας σημαίνει ότι θετικές τάσεις αυτο-διατήρησης της ζωής αναχαιτίζονται σε αυτά τα μοτίβα. Οι συμπεριφορές είναι αρνητικές. Αλλά εδώ, σε αυτή την αλληλεπίδραση, ο σκοπός του θεραπευτή είναι να καταστήσει δυνατές τις θετικές τάσεις να επιτύχουν παρόλα αυτά. Ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή με άλλους, αλλά το κάνει με τρόπους που αποτυγχάνουν να τους πλησιάσει και που επιφέρουν μόνο απόρριψη. (Εδώ, ωστόσο, στη θεραπεία ο πελάτης θα έρθει σε επαφή με έναν άλλο άνθρωπο). Ο πελάτης προσπαθεί να εκφράσει τον εαυτό του, αλλά ακούγεται ‘ψεύτικος’. (Εδώ παρόλα αυτά, η ανταπόκριση του θεραπευτή θα προσπαθήσει να βεβαιώσει, ότι ο πελάτης κατάφερε να εκφράσει τον εαυτό του αυθεντικά). Ο πελάτης προσπαθεί να επιβληθεί, αλλά πιθανόν η επακόλουθη συμπεριφορά να είναι στα αλήθεια μόνο παθητική δυσανασχέτηση. (Εδώ, η αυτο-επιβολή γίνεται αποδεκτή αυτή καθεαυτή και έτσι μπορεί να αναπτυχθεί και να μπορεί να αναδυθεί πιο άμεσα). Υπάρχει πάντα μία θετική τάση που μπορούμε να ‘διαβάσουμε’ στην αρνητική συμπεριφορά. Μια τέτοια ανάγνωση δεν είναι μία δική μας Πολυάννα-εφεύρεση (βλ. παράρτημα). Είναι περισσότερο, ότι ένα πρόβλημα δημιουργείται, πάντα τότε όταν κάτι σημαντικό αποκρούεται. Αν δεν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε δυσφορία, φόβος, και ένταση.

Ότι και αν είναι αυτό που αποκρούεται στη συνηθισμένη συμπεριφορά και στο αλληλεπιδραστικό μοτίβο του πελάτη, δεν πρέπει να αποκρουστεί εδώ, σ’αυτή την αλληλεπίδραση με τον θεραπευτή. Αντίθετα θα πρέπει να προαχθεί περαιτέρω και πέρα από το συνηθισμένο αυτοκαταστροφικό μοτίβο του πελάτη. Εδώ πρέπει να πετύχει, ενώ συνήθως αλλού αποτυγχάνει. Αυτό, ωστόσο, ισχύει μόνο για τις αλληλεπιδραστικές συμπεριφορές του πελάτη που επηρεάζουν τον θεραπευτή. Συνήθως ο θεραπευτής θα βοηθήσει να ερμηνευτεί οτιδήποτε ο πελάτης νιώθει και αντιμετωπίζει, είτε είναι καλό, είτε είναι κακό. Πρέπει να βοηθήσει τον πελάτη να βάλει σε λόγια και να εκφράσει πολλές κακές, αρνητικές, καταστροφικές, ανέλπιδες, εχθρικές και άρρωστες πλευρές που νιώθει και στις οποίες αναφέρεται. Δεν βοηθάει καμιά θετική, καθησυχαστική, αθωωτική στάση. Ότι είναι κακό πρέπει να εκφραστεί τόσο κακά όσο είναι ή φαίνεται.

Είναι πολύ διαφορετικό, όταν ο θεραπευτής επιλέγει να ανταποκριθεί με τα δικά του διαταραγμένα ή ενοχλητικά συναισθήματα σε αυτό που του προκάλεσε ο πελάτης. Αν ο θεραπευτής χρησιμοποιήσει τη δική του αρνητική συναισθηματική ανταπόκριση και την κάνει περισσότερο ορατή, δεν είναι καθόλου αρκετό σαν αποτέλεσμα, να αντιληφθεί ο πελάτης τι έκανε, ή το πόσο αρνητικά συμπεριφέρεται. Πως μπορεί ο πελάτης να το αλλάξει αυτό; Ακόμα και αν τώρα το βλέπει, δεν μπορεί να το αλλάξει. Είναι ένας τρόπος του να αλληλεπιδρά, και συνήθως μπορεί να αλλάξει μόνο σε μία περαιτέρω και διαφορετική, συγκεκριμένη αλληλεπιδραστική διαδικασία. Αν αυτή η νέα – διαφορετική αλληλεπιδραστική διαδικασία δεν συμβεί εδώ και τώρα, που και πότε θα συμβεί;

Έτσι, ο θεραπευτής πρέπει αρχικά και προπάντων να ανταποκριθεί στην θετική τάση που χρειάζεται να προαχθεί μέσα από το αρνητικό μοτίβο. Αλλά αυτή η θετική τάση μπορεί να μην είναι ορατή. Ο θεραπευτής μπορεί να πρέπει να την φανταστεί, μετά να ανταποκριθεί σ’αυτήν και να περιμένει να ακούσει την αρκετά διαφορετική, πραγματικά θετική τάση που θα αναδυθεί με συγκεκριμένο τρόπο.

Για παράδειγμα: Πιέζομαι από τον πελάτη μου να τον βοηθήσω σε ένα εγχείρημα, που ξέρω, ότι δεν θα είμαι ειλικρινής να πάρω μέρος. Δεν μου αρέσει η πίεση του. Αρχικά και προπάντων, πρέπει να ανταποκριθώ σ’αυτόν προσπαθώντας να τον βοηθήσω, ώστε με αυτό τον τρόπο να προαχθεί το εποικοδομητικό συστατικό του σχεδίου του. Αν ανταποκριθώ έτσι, μπορεί τότε να εξηγήσει ότι δεν είναι καθόλου αυτό που κάνει. Προσπαθεί μόνο πραγματικά να σταθεί στο ίδιο ύψος με κάποιον, να υπερασπιστεί τον εαυτό του μία φορά, και να σταματήσει να βρίσκεται από κάτω. Εντάξει. Δεν φαντάστηκα σωστά ποιά ήταν η θετική παρακίνηση, αλλά κάτι από αυτήν είναι εδώ συγκεκριμένα. Λέω: « Σίγουρα έχουμε κάνει πολύ δρόμο μέχρι τώρα μαζί, για να περιμένεις από μένα να σε βοηθήσω με αυτό τον τρόπο. Θα γίνουμε σύμμαχοι». Μπορεί να εξηγήσει πάλι, ότι δεν είναι αυτό γι’αυτόν. Μάλλον θέλει να ξέρει πότε θα κάνω επιτέλους κάτι γι’αυτόν πέρα από το να μιλάω. Εδώ, τώρα, υπάρχει η πραγματική αναφορά σε μένα, στην οποία ευελπιστώ να ανταποκριθώ. Την φαντάστηκα λανθασμένα. Βασικά έχει δυσφορία, φόβο και πρόκληση. Εντάξει. Μπορώ να ανταποκριθώ σ’αυτό. «Λοιπόν, είσαι θυμωμένος με μένα! Δεν έχω κάνει τίποτα μέχρι τώρα; Εγώ, νομίζω πως νιώθω δυνατά συναισθήματα για σένα. Νομίζεις ότι μου είναι εύκολο απλά να κάθομαι και να μιλάω. Ότι η ζωή μου είναι εύκολη. Λοιπόν, είναι αλήθεια ότι πρέπει να αντιμετωπίσεις τα περισσότερα μόνος σου. Και, με προκαλείς στ’αλήθεια να μπω και εγώ μέσα σ’αυτό». Η αντίδραση του καθώς μιλάω θα υποδείξει ποιά πλευρά της ανταπόκρισης μου αρχίζει να προάγει κάτι περαιτέρω.

Η προσπάθεια είναι πάντα να ολοκληρωθούν οι αρχόμενες, θετικές, αλληλεπιδραστικές τάσεις, να καταφέρουν να εδραιωθούν και όχι να παραμείνουν στην αυτο-αναχαιτιζόμενη μορφή με την οποία αρχικά παρουσιάστηκαν. Στο πλαίσιο αυτού του είδους της πάντα – θετικής προαγωγής ο θεραπευτής μπορεί και θα έπρεπε να δώσει φωνή στις δικές του πραγματικές αντιδράσεις. Σ’αυτό το πλαίσιο μπορεί, και σίγουρα θα έπρεπε, να πει (για παράδειγμα) ότι νιώθει καταπίεση, χειραγώγηση, πίεση και ότι αυτό δεν του αρέσει – ότι αυτό τον κάνει να θέλει να τον διώξει μακριά. Δεν μπορεί να αντιδράσει μόνο με τον τρόπο που αντιδρούν οι περισσότεροι. Αυτό δεν έχει βοηθήσει τον πελάτη μέχρι τώρα.

Η θετική αλληλεπιδραστική διαδικασία πρέπει να είναι σε πρώτη θέση, αλλά αν είναι ήδη σε εξέλιξη, τότε ο θεραπευτής μπορεί άμεσα (για παράδειγμα) να εκφράσει ότι νιώθει καταπίεση, χωρίς πρώτα να ψάχνει για θετικές ανταποκρίσεις. Αλλά ακόμη και τότε ο τόνος της αυτό-έκφρασης πρέπει να είναι, «Νιώθω να πιέζομαι από σένα, και αυτό με κάνει να θέλω να σε σπρώξω πέρα, αλλά συνήθως δεν νιώθω ή δεν θέλω να νιώθω έτσι για σένα. Λοιπόν, θα κάνουμε κάτι για να το ξεκαθαρίσουμε, να το λύσουμε, εφόσον ούτε εσύ, ούτε εγώ είμαστε πράγματι έτσι».

Επειδή οι λεπτομέρειες που περιέγραψα παραπάνω είναι δύσκολο να περιγραφούν, αυτή η διάσταση της ψυχοθεραπείας είναι μία από τις λιγότερο κατανοητές. Γίνεται πολύ συζήτηση γενικά σε σχέση με το να «αντιπαρατεθούν» στον πελάτη οι πραγματικές αντιδράσεις του θεραπευτή – αλλά αν κάποιος το έκανε με τον τρόπο που συνήθως περιγράφεται, τότε απλά θα αντιδρούσε στον ασθενή όπως αντιδρούν οι περισσότεροι άνθρωποι στη ζωή του. Η γυναίκα του και οι φίλοι του αρκετά συχνά του λένε τι πάει στραβά μ’αυτόν και πως τους κάνει να νιώθουν. Μπορεί να αντέξει την αντιπαράθεση από τον θεραπευτή, όχι επειδή γενικά εμπιστεύεται το σεβασμό του θεραπευτή προς αυτόν, αλλά επειδή με τον θεραπευτή αυτό το ιδιαίτερο αρνητικό μοτίβο προάγεται (ή θα προαχθεί άμεσα) σε μια θετική, για την αυτο-διατήρηση της ζωής, βιωματική ολοκλήρωση, η οποία ήταν μέχρι τώρα μόνο άρρητη, διαταραγμένη και είχε διακοπεί.

Η βιωματική μέθοδος και θεωρία

Στα δύο προηγούμενα κεφάλαια παρουσίασα δύο πλευρές της βιωματικής ανταπόκρισης:
(1) οι προσπάθειες του θεραπευτή να ανταποκριθεί στις βιωμένες αισθήσεις του πελάτη και με αυτό τον τρόπο να προάγει τη βιωματική διαδικασία του πελάτη, και
(2) οι προσπάθειες του θεραπευτή να ανταποκριθεί ανοιχτά στην αλληλεπιδραστική συμπεριφορά του πελάτη.
Και η δεύτερη προσπάθεια γίνεται για να προαχθεί η βιωματική διαδικασία του πελάτη.
Ποιά είναι τώρα η σχέση ανάμεσα στις δύο αυτές πλευρές της ψυχοθεραπείας;

Καταρχάς, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι και στις δύο πλευρές η πελατο-κεντρική θεραπεία έγινε βιωματική. Ενώ πριν το βάρος έπεφτε σε ένα σχετικά μορφολογικό στοιχείο των νοημάτων που εξέφραζε ο πελάτης, τώρα ο θεραπευτής προσπαθεί να ανταποκριθεί στο ακόμη άδηλο βίωμα, που όμως γίνεται αισθητό από τον πελάτη. Το εκφρασμένο νόημα θεωρείται μόνο σαν μία συμβολοποιημένη διάσταση. (Αλλά αφού αυτό δεν ήταν πριν ξεκάθαρα δηλωμένο, αυτός ήταν ο στόχος του πελατο-κεντρικού θεραπευτή). Κατ’αναλογία, η αλληλεπιδραστική συμπεριφορά του θεραπευτή ήταν περιορισμένη σε έναν σχετικά μορφολογικό ρόλο «αντανάκλασης» μόνο των συναισθημάτων του πελάτη. Ο θεραπευτής αρνείτο να αντιδράσει αφ’εαυτού, μερικές φορές ακόμη και αν ο πελάτης έφτανε σε πλήρη απόγνωση και απελπισία. (Αλλά πάλι, ένα τέτοιο απλό παιχνίδι ρόλων δεν ήταν ποτέ ούτε η πρόθεση, ούτε η πρακτική του Rogers. Δεν ήταν δηλωμένο καθαρά, αλλά το κίνητρο του θεραπευτή ήταν να αφιερώσει την ίδια του την συναισθηματική ζωή στο να αισθανθεί τα συναισθήματα του πελάτη). Παρόλη την υποβόσκουσα πρόθεση, υπήρχε συχνά ξύλινη επανάληψη των λόγων του πελάτη, και προφανώς υπήρχαν τεχνητές αρνήσεις για μία ανοιχτή αλληλεπίδραση.

Επί του παρόντος δίνεται έμφαση στην βιωματική αλληλεπίδραση, τόσο σε σχέση με αυτό που βρίσκεται στον πελάτη, στο οποίο καλούμαστε να ανταποκριθούμε, όσο και σε σχέση με αυτό που εκφράζουμε και δίνουμε από τον εαυτό μας στην αλληλεπίδραση. Η θεωρία της βιωματικής διαδικασίας (Gendlin, 1962a, 1964, 1966a, 1966b, 1968) αναπτύσσει μία μέθοδο σκέψης και θεωρίας, η οποία μας καθιστά ικανούς να διαφοροποιήσουμε και να διατυπώσουμε αυτό που συμβαίνει συγκεκριμένα και βιωματικά.

Πως γίνεται διαφορετικοί θεραπευτικοί προσανατολισμοί να φαίνονται όμοιοι, αν εξεταστούν βιωματικά; Αυτό συμβαίνει επειδή, κοιτάμε συγκεκριμένα τι πραγματικά λαμβάνει χώρα στην ψυχοθεραπεία, όταν αυτή λειτουργεί. Τα γεγονότα που τότε λαμβάνουν χώρα δεν είναι πάντα ακριβώς τα ίδια σε κάθε θεραπευτικό προσανατολισμό, αλλά σε μεγάλο βαθμό είναι. Υπάρχουν μόνο τόσες (σχεδόν λίγες) συγκεκριμένες διαδικασίες που είναι θεραπευτικές, ενώ υπάρχει ένας ατελείωτος αριθμός τρόπων να τις περιγράψεις θεωρητικά. Έτσι οι ομοιότητες ανάμεσα στους διαφορετικούς προσανατολισμούς γίνονται ορατές, αν κάθε (12)προσανατολισμός αναδιατυπωθεί με βιωματικό τρόπο.

Η βιωματική θεωρία επιτρέπει την διαφοροποίηση των συγκεκριμένων διαδικασιών της θεραπείας. Αντί να τις αφήσει σαν μία θολή έννοια στην θεωρία μας (για παράδειγμα, «διεργασία», ή «αυτοπραγμάτωση», ή «συναισθηματική αφομοίωση»), μπορούμε και πρέπει προσδιορίσουμε πολύ πιο λεπτομερειακά αυτό που λαμβάνει χώρα σε μας και στον πελάτη με πολύ περισσότερους όρους και βήματα. Τότε μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα αναπτύξουμε μία ορολογία που θα μας επιτρέψει να διαφοροποιήσουμε περαιτέρω την ψυχοθεραπευτική διαδικασία, να επικοινωνήσουμε το πως την εφαρμόζουμε, ώστε να μπορούμε να εκπαιδεύουμε νέους θεραπευτές πιο αποτελεσματικά, και να ορίσουμε ειδικές, παρατηρήσιμες ερευνητικές μεταβλητές (Gendlin, 1968) που θα είναι επαναλαμβόμενες και πλήρεις νοήματος.

Το γεγονός, ότι τόσα πολλά από αυτά που πραγματικά εννοούμε, αποδεικνύεται να είναι όμοια σε διαφορετικούς προσανατολισμούς, δεν υπονοεί ότι μπορούμε να εφησυχάσουμε σε κάποιον βολικό σχετικισμό, όπου όλοι θα μιλάμε θολά και διαφορετικά , αλλά θα είμαστε σίγουροι ότι εννοούμε τα ίδια πράγματα. Αντίθετα αυτό σημαίνει, ότι οι παλιές διαφορές ανάμεσα στις διαφορετικές μεθόδους έχουν υπερκεραστεί, και μία νέα, παγκόσμια βιωματική μέθοδος της θεωρίας ανοίγει νέες ευκαιρίες, τις οποίες προσδοκούσαμε.

(12) Με αυτό τον τρόπο οι βιωματικές διατυπώσεις της ψυχανάλυσης, τις οποίες προσέφερα σ’αυτές τις υποσημειώσεις διαφωτίζουν το ότι η ψυχανάλυση μπορεί να γίνει βιωματική, έτσι όπως έχει ήδη γίνει η πελατοκεντρική θεραπεία. Μπορούμε να διατηρήσουμε τις διάφορες θεωρητικές έννοιες με όλη τους την ακρίβεια και με τις διαφορές ανάμεσα τους (έτσι ώστε να μπορούμε να επιχειρηματολογήσουμε λογικά και θεωρητικά, αν θελήσουμε), και ταυτόχρονα να διαμορφώσουμε και να διαφοροποιήσουμε τα βιωματικά συγκεκριμένα γεγονότα, στα οποία αναφερόμαστε. Μία τέτοια βιωματική ακρίβεια βοηθάει επίσης να αναπτυχθούν επαρκώς ειδικές έννοιες που οδηγούν σε λειτουργικές ερευνητικές μεταβλητές, έτσι ώστε διαφορές σε θεωρητικό επίπεδο να μπορούν να ξεδιαλυθούν τόσο με πιο ιδιαίτερες εμπειρικές αναφορές, όσο και με έρευνα.

Μεταφραστικές σημειώσεις

  • response: ανταπόκριση, απόκριση, απάντηση
  • felt meaning: ο όρος αυτός θα μπορούσε να αποδοθεί ως «βιωμένο νόημα», το νόημα που έχει για μένα η κατάσταση που ζω και που δεν έχω ακόμη συμβολοποιήσει, αλλά που το νιώθω μέσα μου. Ο όρος αυτός αναδεικνύει κυρίως την νοητική πλευρά του άδηλου βιώματος. Αργότερα ο Gendlin σταματάει να χρησιμοποιεί τον όρο αυτό και τον αντικαθιστά με τον νεολογισμό: felt sense, τον οποίο ήδη χρησιμοποιεί και στο κείμενο αυτό.
  • felt sense: βιωμένη αίσθηση. Αυτός θεωρείται ο καλύτερος τρόπος για να αποδοθεί στα ελληνικά ο νεολογισμός του Gendlin. Έτσι χάνεται όμως η διπλοσημία που έχει στα αγγλικά ο όρος αυτός, καθώς υποδηλώνει την ασυμβολοποίητη νοητική, αλλά και συναισθηματική πλευρά του βιώματος.
  • experiencing: βίωμα και βιωματική διαδικασία. Ο Gendlin χρησιμοποιεί ενεστώτα διαρκείας για να υπογραμμίσει
    • α) ότι το βίωμα είναι πάντα σε ροή, είναι μια ρέουσα διαδικασία, άσχετα από το αν εμείς έχουμε επίγνωση αυτής της ροής, αυτής της συνεχούς κίνησης ανά πάσα στιγμή ή όχι. Για να μπορέσουμε να αποκτήσουμε πρόσβαση στο βίωμα μας, ο Gendlin προτείνει σαν μέθοδο το Focusing.
    • β) οτι η διαδικασία ‘του να βιώνεις’ κάτι, ένα γεγονός, μία κατάσταση, ένα πρόβλημα, έχει πολλές διαστάσεις, που μπορούν σιγά-σιγά να ξεδιπλωθούν, να συμβολοποιηθούν και να επεξεργαστούν: σωματική, συναισθηματική, νοητική.
  • felt experiencing: με τον όρο αυτό υπογραμμίζεται ότι η βιωματική διαδικασία ενέχει και την επεξεργασία του βιώματος και δεν αναφέρεται απλά και μόνο σε κάτι που νιώθει κανείς.
  • implicit: (επίθετο), αναφέρεται στην πλευρά του βιώματος που είναι μεν παρούσα, που είναι εδώ και γι’αυτό μπορεί να την νιώσει κανείς, αλλά που δεν έχει ακόμη συμβολοποιηθεί (= λεκτικοποιηθεί, νοηματοδοτηθεί). Στα ελληνικά μπορεί να αποδοθεί με πολλούς τρόπους ανάλογα με τα συμφραζόμενα: άρρητο, άδηλο, ενεχόμενο, υπο-νοούμενο, ασυμβολοποίητο.
  • implicitly: (επίρρημα), δες παραπάνω
  • explicate: εξηγώ, επεξηγώ, επεξεργάζομαι
  • explicit: (επίθετο), αναφέρεται στην συμβολοποιημένη πλευρά του βιώματος, σε αντίθεση με το implicit. Συνεπώς είναι το λεκτικοποιημένο, ρηματοποιημένο, έκδηλο, εκφρασμένο βίωμα
  • interaction: αλληλεπίδραση, διάδραση
  • work through: διεργασία
  • intellectualization: ορθολογικοποίηση, διανοητικοποίηση, ακαδημαϊσμός
  • focus (to): εστιάζομαι, επικεντρώνομαι, στρέφω την προσοχή μου
  • focusing: εστίαση. Τεχνική, μέθοδος, διαδικασία, την οποία προτείνει ο Gendlin, για να μπορέσει κάποιος
    • α) να έρθει σε επαφή με το βίωμα του, να το συμβολοποιήσει και να το επεξεργαστεί περαιτέρω
    • β) να αποκαταστήσει την διαταραγμένη, διαστρεβλωμένη σχέση με το βίωμα του
  • experiential focusing: βιωματική εστίαση, βιωματική διαδικασία εστίασης
  • carrying further: προαγωγή, προχώρημα, η περαιτέρω επεξεργασία με στόχο το ξεδίπλωμα και την ολοκλήρωση του βιώματος, έτσι ώστε οι άδηλες, ασυμβολοποίητες, άρρητες πλευρές του, να συμβολοποιηθούν, να γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας και να ενταχθούν στο πλαίσιο αναφοράς.
  • referent movement: μετακίνηση του σημείου αναφοράς. Αργότερα ο όρος αυτός αντικαταστάθηκε από τον όρο felt shift: βιωμένη αλλαγή.
  • Pollyanna: ηρωίδα αμερικανικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, η οποία αντιμετώπιζε με αγγελική καλοσύνη κάθε αδικία και κακοποίηση που υφίστατο.

Αφήστε μια απάντηση

Back To Top
X