+30 210 6459459 focusinghellas@yahoo.com
Κείμενο

Ένα σύννεφο που βρέχει λέξεις: γλωσσολογική ανάγνωση της διαδικασίας συμβολοποίησης

Post Series: Εκδόσεις

Κείμενο 5: Παρουσίαση:

Ένα σύννεφο που βρέχει λέξεις: γλωσσολογική ανάγνωση της διαδικασίας συμβολοποίησης

«Παύλος Ζαρογιάννης, Συνέδριο PCA, Διοργάνωση: ICPS, Αθήνα,Ιούνιος 2009

«Η εμπειρία δεν συμπίπτει λοιπόν άμεσα με την γλωσσική έκφραση. Η εμπειρία … δεν συνίσταται από μεμονωμένες λέξεις. Αν θέλω να αποδώσω την εμπειρία ότι σήμερα είδα πως ένας νεαρός με μια μπλε μπλούζα περνούσε ξυπόλυτος τον δρόμο, δεν βλέπω ξεχωριστά τον νεαρό, ξεχωριστά την μπλούζα, ξεχωριστά ότι αυτή είναι μπλε, ξεχωριστά ότι δεν φορά παπούτσια, ξεχωριστά ότι περπατάει. Τα αντιλαμβάνομαι όλα μαζί, αλλά τα αναλύω γλωσσικά σε μεμονωμένες λέξεις. Η εμπειρία αποτελεί πάντα μια ολότητα, κάτι σε έκταση και μέγεθος μεγαλύτερο από μια μεμονωμένη λέξη. Ένας ομιλητής αναπτύσσει συχνά σε πολλά λεπτά την ίδια σκέψη, την ίδια εμπειρία. Αυτή υπάρχει ως ολότητα και δεν δημιουργείται σταδιακά σε μεμονωμένες ενότητες όπως η ομιλία του. Αυτό που περιέχεται συγχρονικά στην εμπειρία, ξεδιπλώνεται διαδοχικά στην γλώσσα. Μπορεί κανείς να συγκρίνει την εμπειρία με ένα κρεμασμένο σύννεφο που βρέχει λέξεις».
(Βιγκότσκι 1978-88, 428).

Ξεκινώ με το παραφρασμένο αυτό απόσπασμα, γιατί αποτέλεσε το ερέθισμα για μια πολύχρονη, γόνιμη αναζήτηση, η οποία με τη σειρά της οδήγησε στην συγγραφή αυτού του κειμένου. Επιπλέον το συγκεκριμένο απόσπασμα συμπυκνώνει σε λίγες γραμμές την ουσία της σκέψης μου και του προβληματισμού μου.

1. Εισαγωγή

Ζητούμενο στην προσωποκεντρική ψυχοθεραπεία είναι, εκτός άλλων, και η ακριβής συμβολοποίηση διαστρεβλωμένων ή/και αρνημένων εμπειριών, εφόσον αυτή αποτελεί βασική προϋπόθεση διεύρυνσης του εσωτερικού πλαισίου αναφοράς του πελάτη και της αυτοεικόνας του και οδηγεί σταδιακά σε μεγαλύτερη και βαθύτερη επίγνωση, συμβάλλοντας έτσι αποφασιστικά στην προσωπική του ανάπτυξη. Η συμβολοποίηση περιγράφεται ως αναπαράσταση της εμπειρίας στη συνείδηση και ταυτίζεται με την επίγνωση και τη συνειδητότητα. Οι τρεις αυτές έννοιες θεωρούνται συνώνυμες και χρησιμοποιούνται ταυτόσημα (Rogers 1951, 500 και 1959, 198 και Μπρούζος 2004, 177).

Εργαζόμενοι μέσα στο πλαίσιο αυτό οι περισσότεροι θεωρητικοί της προσωποκεντρικής προσέγγισης
(Eckert 2009, Schmid 2009, Mearns 2000, Warner2000, Keil 2009, Biermann-Ratjen 1998, Heinerth2009, Leijssen 1998, Behr 2009) συνέχισαν την παράδοση που εδραίωσε ο Rogers και ασχολήθηκαν λιγότερο ή περισσότερο, κυρίως λιγότερο, με την συμβολοποίηση.

Ενδεικτικά αναφέρω:

-Mearns (ό.π., 127-129): αρχικά και τελικά στάδια συμβολοποίησης, προ-συμβολοποίηση

-Warner (ό.π., 149): η σπουδαιότητα του ρόλου των γονιών στη μετάδοση και εκμάθηση της συμβολοποίησης κατά την παιδική ηλικία

-Heinerth (ό.π.): οι τρεις διαστάσεις της μη-κατάλληλης συμβολοποίησης (αποκλεισμένη, διαστρεβλωμένη, καταστροφή της ικανότητας συμβολοποίησης)

-Behr (ό.π.): η συμβολοποίηση ως κατασκευή και επίπεδα συμβολοποίησης (σωματικό, γλωσσικό, συμπεριφοριστικό) Με εξαίρεση τον Behr όμως, οι περισσότεροι από τους προσωποκεντρικούς μελετητές, ακολούθησαν και ακολουθούν την οπτική του Rogers, σύμφωνα με την οποία, η συμβολοποίηση δεν είναι τίποτα άλλο παρά αναπαράσταση.

Ωστόσο η συμβολοποίηση είτε ως κατασκευή (Behr ό.π.), είτε ως αναπαράσταση, στη γλωσσική της τουλάχιστον διάσταση, δεν λαμβάνει χώρα σε κενό αέρος, αλλά μέσα στη γλώσσα και δια μέσου της γλώσσας. Και η γλώσσα σίγουρα δεν είναι ούτε κενή, ούτε ουδέτερη. Κι όμως η ενασχόληση της προσωποκεντρικής σκέψης με την γλώσσα και με την έννοια της αναπαράστασης είναι μάλλον φτωχή και σπάνια.

Είναι λοιπόν η ίδια η συμβολοποίηση που μας φέρνει στην γλώσσα και τη γλωσσολογία και αυτό γιατί έννοιες όπως «σύμβολο», «συμβολοποίηση», «αναπαράσταση» είναι αντικείμενα κατεξοχήν γλωσσολογικού ενδιαφέροντος εδώ και πάρα πολλά χρόνια, ιδιαίτερα αν νοήσουμε την συμβολοποίηση ως συμβολική αναπαράσταση, ως γλωσσική-λεκτική αναπαράσταση.

Κατανοώ, ότι οι έννοιες της ‘συμβολοποίησης’ και της ‘αναπαράστασης’ είναι ευρύτερες και απαντώνται σε πολλά πεδία, όπως το θεολογικό, λογοτεχνικό, φιλοσοφικό-αισθητικό (Dreyfus & Rabinow 1987, Φουκώ 2008), ψυχαναλυτικό (Χριστίδης 2002, 33 και 159-155, Θεοδωροπούλου 2004, 62-86, 170, Κρίστεβα 1996, 143).

Στην παρούσα εργασία όμως θα περιοριστώ μόνο στη λεκτική, γλωσσική διάσταση των εννοιών αυτών, από τη στιγμή που ένα μεγάλο, το μεγαλύτερο, μέρος της ψυχοθεραπευτικής πρακτικής πραγματώνεται με τον λόγο, στο λόγο. Γιατί εκτός άλλων, αυτό που μας λέει η ψυχοθεραπεία είναι ότι τα ‘πράγματα’ χρειάζεται να μιληθούν, να ακουστούν, να επικοινωνηθούν, να φανερωθούν μέσα από τον λόγο, να γίνουν λόγος τελικά για να μπορέσουν να θεραπεύσουν και να θεραπευτούν.

Τι λέει όμως η γλωσσολογία για την συμβολοποίηση και την αναπαράσταση;

2. Μια φιλοσοφική παραδρομή

Προτού προχωρήσω στην περιγραφή μερικών γλωσσολογικών θεωριών, θα κάνω πρώτα μια φιλοσοφική παραδρομή. Στο βιβλίο του ‘Homo sacer. Η κυρίαρχη εξουσία και η γυμνή ζωή’ ο G. Agamben μας υπενθυμίζει, ότι στα ελληνικά έχουμε δύο λέξεις για το ίδιο φαινόμενο: ζωή και βίος. Ο Agamben γράφει:

«Οι Έλληνες δεν είχαν έναν μόνο όρο για να εκφράσουν αυτό που εμείς εννοούμε με τη λέξη ζωή. Χρησιμοποιούσαν δύο όρους, σημασιολογικά και μορφολογικά διακριτούς, αν και θα μπορούσαν να αναχθούν σε ένα κοινό έτυμο: ζωή , που εξέφραζε το απλό γεγονός της ζωής, στην οποία μετέχουν όλα τα έμβια (ζώα, άνθρωποι ή θεοί) και βίος, που σήμαινε τη μορφή ή τον τρόπο ζωής ενός ατόμου ή μιας ομάδας»

(Agamben, 18 , βλ. επίσης Μπαμπινιώτης, 366-367).

Διαβάζοντας αυτές τις γραμμές αναρωτιέμαι, τι μπορεί να σημαίνει αυτή η διάκριση για μας. Σημαίνει κάτι; Θα επανέλθω σε αυτό στο τέλος.

3. Γλωσσολογικές θεωρίες

3.1 Γενικά

Θα ξεκινήσω με μερικούς ορισμούς, για να υπάρχει ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς.

  • Σύμβολο= Σημείο: είναι οτιδήποτε, μια εικόνα, μια λέξη, ένα αντικείμενο που αναπαριστά κάτι άλλο πέρα από τον εαυτό του μέσω αναπαράστασης, ομοιότητας ή σύμβασης. Ένα «νοητικό ιχνογράφημα», (Vygotsky στο Χριστίδης ό.π., 43). Με αυτή την έννοια η γλώσσα αποτελείται από σύμβολα ή σημεία.
  • Συμβολοποίηση: είναι η χρησιμοποίηση συμβόλων για την αναπαράσταση πραγμάτων (μιας σκέψης, ενός αντικειμένου, μιας ιδέας, μιας εμπειρίας,…)
  • Αναπαράσταση: είναι η κατάσταση κατά την οποία κάτι βρίσκεται στη θέση κάποιου άλλου, αντιπροσωπεύει κάτι άλλο

Είναι σχεδόν προφανές από τους παραπάνω απλούς, απλουστευτικούς ορισμούς ότι οι έννοιες «συμβολοποίηση» και «αναπαράσταση», έτσι όπως ορίζονται ακόμη και σήμερα, και έτσι όπως τις κατανοεί και η προσωποκεντρική προσέγγιση, είναι ταυτόσημες. Στην ιστορική πορεία της Δύσης όμως η αναπαράσταση καθώς και η συσχέτιση της με την συμβολοποίηση δεν ήταν πάντα τόσο αυτονόητη (Χριστίδης ό.π., 13-14).

Οι πρωτόγονες κοινωνίες δεν μπορούσαν να διαφοροποιήσουν ανάμεσα στις λέξεις, και στα πράγματα , στα οποία οι λέξεις αναφέρονταν. Οι λέξεις και τα ονόματα θεωρείτο ότι ανήκαν στα πράγματα, ότι ήταν μέρος των πραγμάτων (π.χ. μαγικές λέξεις). Εκείνη την εποχή επικρατούσε μια «μυστική, αρχέγονη θεοποίηση του Λόγου» (Χριστίδης ό.π., σελ. 13).

Μέχρι και τον Μεσαίωνα λέξεις, ονόματα και εικόνες είχαν ακόμη μια φυσική σχέση με τα πράγματα, μια σχέση ομοιότητας. Υπήρχε μια αναλογική αντίληψη για την γλώσσα, μια αντίληψη που στηριζόταν στην άποψη, ότι η αισθητηριακή πρόσληψη δημιουργούσε « στο νου μορφές όμοιες με τη μορφή των πραγμάτων» (Χριστίδης ό.π., 14). Η γλώσσα θεωρείτο αντίγραφο ή καθρέπτης της πραγματικότητας και συνεπώς οι λέξεις καθρέπτιζαν τα πράγματα, δεν τα αναπαριστούσαν.

Μόλις στην Κλασσική περίοδο, από τον 17ο αιώνα και μετά, η αναπαράσταση άρχιζε να παίζει καθοριστικό ρόλο(Dreyfus, H.L. & Rabinow P 1987, και Φουκώ, Μ 2008). Ο κόσμος σιγά-σιγά άρχισε να βλέπει τα πάντα μέσα από το πρίσμα της αναπαράστασης. Όλα από δω και πέρα αλλάζουν. Στην τέχνη, στη φιλοσοφία, στη θεολογία, στις αναπτυσσόμενες επιστήμες, στη σχέση με τον κόσμο επικρατεί ο κανόνας της αναπαράστασης. Έτσι ξεκινάει σταδιακά μια σαφής διαφοροποίηση ανάμεσα στις λέξεις, τα γλωσσικά σημεία δηλαδή, τις ιδέες και τα πράγματα. Οι λέξεις θεωρούνται πλέον αναπαραστάσεις που υπόκεινται σε κοινωνικές συμβάσεις και που αναφέρονται στις ιδέες που έχουμε για τα πράγματα και όχι άμεσα στα πράγματα. Με μια έννοια οι λέξεις αυτονομούνται. Οι αναπαραστάσεις, τα σημεία, τα σύμβολα, οι λέξεις, θεωρείται ότι είναι κατασκευές ανεξάρτητες και από αυτό που αναπαριστούν, αλλά και από τα υποκείμενα που τις χρησιμοποιούν. Συνεπώς γνώση είναι η εκμάθηση και η σωστή χρησιμοποίηση, η σωστή διαχείριση των σημείων.

Το μοντέλο της αναπαράστασης κυριάρχησε σε όλη την κλασσική περίοδο μέχρι την Νεώτερη εποχή (19ος αιώνας), κατά την διάρκεια της οποίας διατυπώθηκαν κάποιες αρχικές επικρίσεις και σταδιακά εμφανίστηκαν άλλα μοντέλα αντίληψης και γνώσης (η έννοια του υποκειμένου, ο άνθρωπος ως υποκείμενο και αντικείμενο της γνώσης, ανθρωποκεντρισμός). Οι σημαντικότερες επικρίσεις προέρχονται από την φιλοσοφία, π.χ. από τον Humbolt και από τον Hegel. Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι η σκέψη, ότι η αναπαράσταση είναι αφαίρεση, κατηγοριοποίηση, γενίκευση (Χριστίδης ό.π., 20, 57, 67-69). «Γιατί είναι άλλο πράγμα βιώνω κάτι και άλλο πράγμα μιλάω γι’αυτό. Για να μιλήσω για κάτι, πρέπει πρώτα να το αναπαραστήσω, δηλαδή αυτό που αισθάνομαι, βλέπω, μυρίζω πρέπει να γίνει νοητική εικόνα. Και για να γίνει αυτό, πρέπει το πράγμα να χάσει όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, να γίνει ‘ίδιο’ με άλλα: να γενικευθεί μέσα από την αφαίρεση της ιδιαιτερότητας του, με άλλα λόγια να κατηγοριοποιηθεί…. το πράγμα – αυτό που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας – γίνεται έννοια, γίνεται κατηγορία, γίνεται μια αφηρημένη νοητική εικόνα… Αυτό εννοεί ο Hegel όταν λέει ότι ‘ένα πράγμα πρέπει να φονευθεί για να μπορέσει να αναπαρασταθεί’, δηλαδή να εξαφανιστεί ως άμεσο πράγμα και να αντικατασταθεί από τη νοητική του εικόνα» (Θεοδωροπούλου 2004, 39 και Χριστίδης ό.π., 20, 57, 69).

Τέλος στον 20ο αιώνα ο Μεταμοντερνισμός προσπάθησε να έρθει σχεδόν σε πλήρη ρήξη με την αναπαράσταση (αυτοναφορά, αέναη αναφορικότητα,…).

Παρόλες τις προσπάθειες που κατά καιρούς έγιναν για να ξεπεραστεί και παρόλες τις επικρίσεις που δέχτηκε το μοντέλο της αναπαράστασης επικρατεί ακόμη και σήμερα (Ψυχανάλυση και Προσωποκεντρική Προσέγγιση).

3.2 Η γλωσσολογία του F. de Saussure (1857-1913)

Η ανεξαρτητοποίηση των σημείων, που ξεκίνησε τον 17ο αιώνα, κατέστησε, εκτός άλλων, δυνατή την αξιολόγηση της αναπαράστασης. Ο κόσμος μπορούσε να αναρωτηθεί και να προβληματιστεί, ως προς το αν η αναπαράσταση είναι αληθινή, σωστή, ακριβής, κατάλληλη.

Επίσης η ανεξαρτητοποίηση των σημείων σταδιακά οδήγησε στη διατύπωση μιας γλωσσολογίας με κύριο εκπρόσωπο τον F. de Saussure, που μιλά πλέον για την αυθαιρεσία του γλωσσικού σημείου (Θεοδωροπούλου ό.π., 30), που αντιλαμβάνεται τη γλώσσα ψηφιακά. «Ο Λόγος ορίζεται πλέον ως η ψηφιακή μορφοποίηση της άμορφης φύσης μέσα μας και γύρω μας» Χριστίδης ό.π., 17) και που μελετάει τη γλώσσα, πέρα από το ανθρώπινο όν, ως ένα αυτόνομο, ανεξάρτητο, στατικό, ομοιογενές, κλειστό σύστημα σημείων και συμβόλων. (Χριστίδης ό..π., 14, Θεοδωροπούλου ό.π., 30-32, 62-72 και Κατή, Δ. – Κονδύλη, Μ. – Νικηφορίδου, K. (επιμ.) 1999 12, 21, 27,37, 43.., 54…, 145, 147, 159).

Το γλωσσικό σημείο, το σύμβολο στη γλωσσολογία του Saussure είναι μια σαφής, καθαρή, διακριτή, φωτεινή, ανεξάρτητη μονάδα απαλλαγμένη από οποιαδήποτε ασάφεια, σκοτεινότητα, αισθητηριακή συγκίνηση και εμπειρία. Η μονάδα αυτή διακρίνεται σε σημαίνον και σημαινόμενο και η συμβολοποίηση, η συμβολική αναπαράσταση αφορά κυρίως το ίδιο το σημείο, το σημαίνον νοείται δηλαδή ως αναπαράσταση του σημαίνοντος, της ιδέας, της έννοιας που έχουμε για το πράγμα και όχι αναπαράσταση του πράγματος.

Στο γλωσσολογικό μοντέλο του Saussure το κάθε σημείο, η κάθε λέξη δεν παραπέμπει σε κάποιο πράγμα στον κόσμο, αλλά σε ένα άλλο σημείο, το οποίο με τη σειρά του παραπέμπει σε ένα άλλο, και σε ένα άλλο,… φτιάχνοντας έτσι μια σημειωτική αλυσίδα, στην οποία εμπλέκεται το ομιλούν υποκείμενο. Το ομιλούν υποκείμενο γίνεται ένας σχετικά παθητικός χρήστης του αυτόνομου και αυθύπαρκτου γλωσσικού κώδικα, ο οποίος είναι τόσο ισχυρός που ενίοτε το ξεπερνά και το καθορίζει (Lacan και στρουκτουραλισμός).

3.3 Η γλωσσολογία του Charles Sanders Peirce (1839-1914)

Την καθαρότητα και τη σαφήνεια του γλωσσικού σημείου, έτσι όπως τη συνέλαβε ο Saussure, έρχεται να αμφισβητήσει ένας άλλος στοχαστής, ο C. S. Peirce.
Σύμφωνα με τον Peirce η σχέση του ανθρώπου με την πραγματικότητα είναι τριπλή:

Πίνακας Ι

Πρωτογενής σχέση
(firstness)
άμεση, αισθητηριακή, αδιαφοροποίητη, συνεχής, άμορφη εμπειρίαθερμή, σκοτεινή, πυκνή, συγκίνησησωματική, ολιστική βίωση της εμπειρίας δείκτηςσυμμετέχει στο αντικείμενο καθηλωμένος στο εδώ και τώρα, στο παρόνο δείκτης δείχνει, δεν σημαίνει κλάμα, η κραυγή του πόνου, χειρονομίες, επιφωνήματα, αναστεναγμοί καπνός, αποτυπώματα, τύπος γραφής, πόνος, θερμόμετρο, εδώ, εκεί, αυτό
δευτερογενής
(secondness)
ενεργητική συνάντηση του υποκειμένου με το αντικείμενο, η πράξη εικόναομοιότητα με το αντικείμενο ζωγραφιά, φωτογραφία
τριτογενής
(thirdness)
αποστασιοποιημένη, συμβολική βίωση της εμπειρίαςπροτασιακός, αναλυτικός, φωτεινός, καθαρός λόγος σύμβολοαπελευθερωμένο από τα δεσμά του παρόντος λέξη, λέξεις,
σημαία, φανάρι

Η τριπλή σχέση με την πραγματικότητα αντανακλά την τριπλή σύσταση του γλωσσικού σημείου. Όπως φαίνεται στο παραπάνω σχήμα, το γλωσσικό σύμβολο δεν είναι ούτε ομοιογενές, ούτε καθαρό, αλλά ένα σύνολο, «ένα μείγμα εικονικών, δεικτικών και συμβολικών συστατικών»
(Χριστίδης ό.π., 20).

Στην γλωσσολογία του Peirce το σύμβολο, το σημείο:

  • αποτελεί το τελευταίο στάδιο, το ψηφιακό ισοδύναμο, της γλωσσολογικής σημείωσης, η οποία ξεκινάει από τον δείκτη και την εικόνα που ως φυσικά, αναλογικά σημεία συνδέονται άμεσα με το αντικείμενο, με την εμπειρία στην οποία αναφέρονται.
  • είναι πάντα «μολυσμένο» από την εικόνα και τον δείκτη, που εκπροσωπεί την ενεργητική βίωση της εμπειρίας.

«είναι αναγκαστικά και τελεσίδικα ασαφές, γιατί αποτελεί «μετάφραση» του συνεχούς χαρακτήρα της πραγματικότητας – της οντολογικής ασάφειας. … Αν το ασαφές είναι πραγματικό, ανήκει στο πραγματικό, καμιά μορφοποίηση,…, δεν μπορεί να είναι απολύτως πλήρης και σαφής»
(Χριστίδης ό.π., 22).

Γι’αυτό μπορεί να μιλήσει κανείς για « υστέρηση της γλώσσας ως προς τη βιωματική αμεσότητα».
(Χριστίδης ό.π., 25).

Η συμβολοποίηση για τον Peirce είναι μια διαδικασία, την οποία διατρέχει η γλωσσική σημείωση από την άμεση εμπειρία μέχρι την συμβολική της αναπαράσταση.

3.4 Η γλωσσολογία του Lev Vygotsky (1896-1934)

Και κατά τον Vygotsky τα γλωσσικά σημεία, οι λέξεις, ορίζονται από την διαπλοκή δύο διαστάσεων – τη δεικτική και τη συμβολική. Η δεικτική, συγκινησιακή διάσταση είναι προγενέστερη, χωροχρονικά εξαρτώμενη και συνδέεται με την άμεση εμπειρία, με την πρωτογενή αισθητήρια πρόσληψη της εμπειρίας (π.χ. παιδικός λόγος: αυτοκίνητο= μηχανή και κίνηση είναι ένα σύνολο, μαμά= μαμά, δώσε μου, αλλά και μαμά, βοήθησε με…)
(Χριστίδης ό.π., 72 και 75, 76, 149).
Αντίθετα η συμβολική διάσταση είναι μεταγενέστερη.

Ο σχηματισμός του συμβόλου προϋποθέτει απόσταση από την άμεση εμπειρία και απομάκρυνση από το συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο. Σύμφωνα με τον Vygotsky η συμβολοποίηση μετασχηματίζει την προ-εννοιακή σκέψη σε εννοιακή, συμβολική. «Συνεπώς η λέξη είναι η κατάληξη… Και οι δεσμοί της δεικτικής και της συμβολικής διάστασης δεν διαρρηγνύονται ποτέ. Και αυτό εκφράζεται … με τη διάκριση σημασίας (sense) και νοήματος (meaning)»
(Χριστίδης ό.π., 26).
Η σημασία αντιπροσωπεύει την δεικτική όψη της λέξης, του συμβόλου – είναι το συγκεκριμένο, προσωπικό, υποκειμενικό, ιδιωτικό, ενώ το νόημα αντιπροσωπεύει το γενικό, καθολικό, κοινωνικά προσδιορισμένο – η επεξήγηση του λεξικού.

Ο Vygotsky διαπραγματεύεται βέβαια περισσότερο τη σκέψη και τη διασύνδεση της με τη γλώσσα και λιγότερο την εμπειρία. Τη σκέψη ωστόσο την αντιλαμβάνεται ως προ εννοιακή, ολιστική και αδιαφοροποίητη και η οποία «προτού κοινοποιηθεί, προτού λεκτικοποιηθεί, μοιάζει να διατηρεί τη χαρακτηριστική ολικότητα της πρωτογενούς αισθητήριας πρόσληψης» (Χριστίδης ό.π.,70).

Και ακριβώς λόγω αυτής της στενής διαπλοκής σκέψης και εμπειρίας προχώρησα στην παράφραση του αποσπάσματος που παρέθεσα στην αρχή του παρόντος κειμένου και το οποίο επαναλαμβάνω:

«Η εμπειρία δεν συμπίπτει λοιπόν άμεσα με την γλωσσική έκφραση. Η εμπειρία … δεν συνίσταται από μεμονωμένες λέξεις. Αν θέλω να αποδώσω την εμπειρία ότι σήμερα είδα πως ένας νεαρός με μια μπλε μπλούζα περνούσε ξυπόλυτος τον δρόμο, δεν βλέπω ξεχωριστά τον νεαρό, ξεχωριστά την μπλούζα, ξεχωριστά ότι αυτή είναι μπλε, ξεχωριστά ότι δεν φορά παπούτσια, ξεχωριστά ότι περπατάει. Τα αντιλαμβάνομαι όλα μαζί, αλλά τα αναλύω γλωσσικά σε μεμονωμένες λέξεις. Η εμπειρία αποτελεί πάντα μια ολότητα, κάτι σε έκταση και μέγεθος μεγαλύτερο από μια μεμονωμένη λέξη. Ένας ομιλητής αναπτύσσει συχνά σε πολλά λεπτά την ίδια σκέψη, την ίδια εμπειρία. Αυτή υπάρχει ως ολότητα και δεν δημιουργείται σταδιακά σε μεμονωμένες ενότητες όπως η ομιλία του. Αυτό που περιέχεται συγχρονικά στην εμπειρία, ξεδιπλώνεται διαδοχικά στην γλώσσα. Μπορεί κανείς να συγκρίνει την εμπειρία με ένακρεμασμένο σύννεφο που βρέχει λέξεις».

(Βιγκότσκι 1978-88, 428).

Να, τι είναι, τι μπορεί να είναι η συμβολοποίηση: η διαδικασία που συμπυκνώνει, υγροποιεί και μορφοποιεί το σύννεφο (εμπειρία)σε σταγόνες βροχής (σύμβολα=λέξεις).

3.5 Η γνωσσιακή γλωσσολογία

Βασισμένη και επηρεασμένη από τις υποθέσεις των (γνωσιακών) νευροεπιστημών η γνωσιακή γλωσσολογία προχωράει σε θεωρήσεις που δεν απέχουν και τόσο πολύ από τις αντιλήψεις του Peirce και του Vygotsky (Χριστίδης ό.π., σελ. 28-34) .
Νευροεπιστήμες: Le Doux, Edelman, Damasio:

  • επιχειρούν να υπερβούν τον διαχωρισμό ανάμεσα στη συγκινησιακή και τη γνωσιακή διάσταση της νόησης
  • Damasio: ενδιαφέρεται για τη σύνδεση μεταξύ συγκίνησης και συνειδητότητας, καθώς και τη σύνδεση μεταξύ συγκίνησης, συνειδητότητας με το σώμα. Τα αισθήματα (κατ’αναλογία εικόνα και δείκτης) είναι τα πρωταρχικά στοιχεία της συνειδητότητας.

Η γνωσσιακή γλωσσολογία, ή τουλάχιστον κάποιοι εκπρόσωποι της, επιχειρεί να προσεγγίσει βιωματικά τη νόηση και τη γλώσσα και γι’αυτό εισάγει στη θεωρία της την έννοια της βιωματικότητας και της σωματικότητας

  • Lakoff & Johnson, (Θεοδωροπούλου ό.π., 170-194): αναφέρεται στον ενσώματο νου, στην ενσώματη διάσταση της ύπαρξης και θεωρεί τη φαντασία, μια δομική μορφοποιητική αρχή, ένας μηχανισμός, που μεσολαβεί ανάμεσα στις αισθήσεις και τις έννοιες με βασικό εργαλείο τη μεταφορά, αυτή η πυκνή μορφή σημείωσης που βρίσκεται κοντά στην πρωτογενή σχέση με τη πραγματικότητα
  • Kövecses: θεωρεί θεμελιακές έννοιες για την κατανόηση της γλώσσας και συνεπώς για την συμβολοποίηση και την αναπαράσταση την μετωνυμία και την μεταφορά λόγω της κοντινότητας τους με το υποκειμενικό μέρος της εμπειρίας (Θεοδωροπούλου ό.π., 383).

Σύμφωνα με τον Kövecses η μετωνυμία είναι μετονομασία του σωματικού – είναι ο εκπρόσωπος του σώματος στη γλώσσα και με αυτή την έννοια οι μετωνυμίες είναι κοντά στην εμπειρία. Οι μετωνυμίες είναι εκφράσεις που χαρακτηρίζουν μια σωματική αντίδραση ή ένα συναίσθημα και θεωρούνται ότι την/το εκφράζουν, π.χ. αύξηση των κτύπων της καρδιάς=φόβος, διέγερση=φόβος ή θυμός… Έτσι όταν παθαίνω κάτι, όταν μου συμβαίνει κάτι, αυτό που ξέρω, είναι αυτό που συμβαίνει στο σώμα μου, αυτό που νιώθω, είναι μια αίσθηση που έχω, μια σωματική αντίδραση. Αυτή την ενσώματη αίσθηση προσπαθώ να εκφράσω μετωνυμικά και μεταφορικά. Μετονομάζω τους έντονους κτύπους της καρδιάς και τη διέγερση που νιώθω σε θυμό ή/και επειδή παράλληλα αυτή η διέγερση που νιώθω, έχει προκαλέσει αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος μου, νιώθω κάτι ζεστό, θερμό μεταφέρω αυτή την ιδιότητα σε αυτό που νιώθω και λέω, πως βράζω από θυμό. Είναι αυτό το ενσώματο στοιχείο, αυτή η αίσθηση που έχει κάποιο βιωματικό νόημα για μένα, το πώς νιώθω δηλ., στο σώμα μου αυτό για το οποίο μιλάω, και που αποτελεί τη βάση των μετωνυμικοποιήσεων
(Θεοδωροπούλου ό.π., 221)
και των μεταφορικών εννοιοποιήσεων (Θεοδωροπούλου ό.π., 380).

«Όταν θυμώνουμε, δεν έχουμε επίγνωση ότι ανεβαίνει η θερμοκρασία του σώματος μας. Αυτό που νιώθουμε είναι το αίσθημα του ζεστού και αυτό ακριβώς το αίσθημα χρησιμοποιούν οι γλώσσες στην επεξεργασία των μεταφορών…»
(Θεοδωροπούλου ό.π., 381)

4. Μια μικρή αναφορά στη ψυχανάλυση

Για την ψυχανάλυση η συμβολοποίηση και συνεπώς η αναπαράσταση είναι κεφαλαιώδους σημασίας (από τον Freud μέχρι Lacan και Dolto). Πίσω από αυτήν, την αναπαράσταση, κρύβεται ένα δράμα, το δράμα του χωρισμού, του αποχωρισμού από την μητέρα. «Ο χωρισμός γεννά το σύμβολο… Η συμβολική σκέψη ανακύπτει όταν ο αποχωρισμός από την αδιαμεσολάβητη βίωση της εμπειρίας γίνεται ανεκτός». (Χριστίδης ό..π., 33 και Θεοδωροπούλου ό.π.,. 62-86, 170). Χωρισμός, απώλεια, απουσία, επιθυμία, αυτά γεννούν τις λέξεις και τα σύμβολα. Γι’αυτό και η αναπαράσταση είναι πάντα η παρουσία μιας απουσίας.

Στη λεγόμενη ‘καταθλιπτική θέση’ τοποθετούν οι κλαϊνικοί την λεκτική μας ικανότητα εν γένει (Κρίστεβα 1996, 143). Η συμβολοποίηση και η αναπαράσταση αποτελούν μηχανισμούς που αναπτύσσει το υποκείμενο για να αντιμετωπίσει την κατάθλιψη που γεννά η απώλεια του αντικειμένου και για να περιορίσει τη ροή έντονων και βασανιστικών συναισθημάτων.

Πίνακας ΙΙ

Peirce Vygotsky Lakoff & Johnson Kövecses Rogers Gendlin
Γλώσσα τριτογενής σχέσηαποστασιοποιημένησυμβολική βίωση της εμπειρίας σύμβολοαπελευθερωμένο από τα δεσμά του παρόντος, συμμετέχει στο αντικείμενολέξη, λέξεις, σημαία, φανάρι συμβολικήδιάστασηνόημα (meaning) Γλώσσα= μετωνυμία και μεταφοράσκέψη, νόηση= αφαίρεση και γενίκευσηαναλυτικός, φωτεινός, καθαρός,προτασιακός λόγος Εαυτόςσυμβολοποιημένη εμπειρία αναπαράστασηαντιληπτικό πεδίο ρητή, εκφρασμένη, λεκτικοποιημένη εμπειρία(explicit)
φαντασία δευτερογενής σχέσηενεργητική συνάντηση του υποκειμένου με το αντικείμενο,η πράξη εικόναομοιότητα με το αντικείμενοζωγραφιά φωτογραφία βιωμένη αίσθηση
(felt sense)
βιωμένη αίσθηση
(felt sense)
πραγματικότητα πρωτογενής σχέσηάμεση, αισθητηριακή, αδιαφοροποίητη, συνεχής, άμορφη εμπειρίαθερμή, σκοτεινή, πυκνή, συγκίνησησωματική, ολιστική βίωση της εμπειρίας Δείκτηςσυμμετέχει στο αντικείμενο, καθηλωμένος στο εδώ και τώρα, στο παρόνο δείκτης δείχνει, δεν σημαίνει (127)κλάμα, η κραυγή του πόνου (21), χειρονομίες, επιφωνήματα, αναστεναγμοί (89,91,95) καπνός, αποτυπώματα, τύπος γραφής, πόνος, θερμόμετρο, εδώ, εκεί, αυτό δεικτική διάστασησημασία (sense) σώμασωματικές αντιδράσειςαισθήσειςενσώματο αίσθημα

βιωματικό νόημα

οργανισμόςοργανισμική, ασυμβολοποίητη εμπειρίαφαινομενολογικό πεδίο άρρητη, ενεχόμενη, άδηλη εμπειρία(implicit)

 

Συμβολοποίηση = Διαδικασία μετασχηματισμού της άμεσης εμπειρίας, οδηγεί στην αναπαράσταση της, στη συμβολοποιημένη εμπειρία

5. Συμπεράσματα

Πίνακας ΙΙΙ

Εμπειρία Συμβολοποιημένη Εμπειρίαβίωμα
ΓλώσσαΣυμβολοποίησηαναπαράσταση, διαμεσολάβηση, δόμηση, συγκρότηση,
οργάνωση, μορφοποίηση, ολοκλήρωσηπροϋποθέτει απόσταση, επεξεργασία, αναστοχασμό
οδηγεί στη κατανόηση και την απόδοση νοήματος
ολιστική,άμεση, ασαφής, αδιαφοροποίητη, αδιαμεσολάβητη,
προ-γλωσσική, προ-εννοιακή,
αισθητηριακή, συγκινησιακή,
σωματική, οργανισμική,
ενικού αριθμού, μοναδική,
συνεχής,
με πυκνότητα, θέρμη, πάθος ,
με αμφισημία και πολυσημίατης ζωής
μερικό,έμμεσο, σαφές, διαφοροποιημένο διαμεσολαβημένο,
γλωσσικό, εννοιακό,
αναλυτικό, προτασιακό,
νοητικό, γνωσιακό,
πληθυντικού αριθμού,
σειριακό, κατηγοριοποιημένο,
με καθαρότητα και φωτεινότητα,
με ξεκάθαρο νόηματου βίου

 

1) η εμπειρία είναι ολιστική, ενώ η συμβολοποίηση μερική.

  • ολιστικά ‘βιώνεται’, συλλαμβάνεται η εμπειρία σε αντίθεση με την συμβολοποίηση της που είναι μερική. «Η ολότητα του βιώματος δεν συμβολοποιείται. Βιώνεται». (Θεοδωροπούλου ό.π., 157 και Gendlin 1997).
  • από την ολότητα της άμεσης, αδιαμεσολάβητης εμπειρίας μόνο ένα μέρος μπορεί κάθε φορά να συμβολοποιηθεί. Αυτό το μέρος όμως κουβαλάει μέσα του κάτι από την αύρα του όλου της εμπειρίας (Peirce στο Χριστίδης ό.π., 20- 25, 87-101 και Vygotsky στο Χριστίδης ό.π., 26, 70-76, 149) .

2) η εμπειρία είναι επίσης ολιστική, προ-γλωσσική, αδιαφοροποίητη, αισθητηριακή, σωματική=οργανισμική, ενικού αριθμού, είναι της ζωής, ενώ η συμβολοποίηση είναι γλωσσική, προτασιακή, σειριακή, κατηγοριακή, εννοιολογική, πληθυντικού αριθμού, είναι του βίου (Κατή, Δ., Κονδύλη, Μ., Νικηφορίδου. (επιμ.)(1999), 23).
Μια και μοναδική εμπειρία οδηγεί σε πολλές, πολλαπλές συμβολοποιήσεις.

3) προτού η εμπειρία αναπαρασταθεί λεκτικά-γλωσσικά, προτού, δηλαδή, η εμπειρία συμβολοποιηθεί και γίνει βίωμα, διανύει μια ολόκληρη διαδρομή με αφετηρία το σώμα, με ενδιάμεσους σταθμούς (εικόνα, συναίσθημα, σκέψη) και τελικό προορισμό το σύμβολο=λέξη(Peirce, Vygotsky, Lakoff & Johnson και Kövecses).
Με την γλώσσα εκφράζουμε αυτό που με το σώμα ζούμε.

4) Η συμβολοποίηση έχει περιγραφεί λοιπόν ως:

  • αναπαράσταση (18ος – 20ος αιώνας, Saussure)
  • τεμαχισμός (Humbolt στο Χριστίδης ό..π.,. 57)
  • φόνος του πράγματος, αφαίρεση, γενίκευση
    (Hegel στο Χριστίδης ό..π., 88 και 67, βλ. επίσης και Heidegger στο Χριστίδης ό..π., 57: «το είναι γεννιέται, όταν συντρίβεται η λέξη)
  • μορφοποίηση και έκφραση του συνεχούς πραγματικού (Peirce στο Χριστίδης ό..π., 20-22)
  • μετασχηματισμός της δεικτικής διάστασης, της προσωπικής σημασίας, στη συμβολική διάσταση, το γενικό νόημα (Vygotsky στο Χριστίδης ό..π., 26, 38-64)

Επιπρόσθετα:

5) η συμβολοποίηση της εμπειρίας είναι απαραίτητη, καθοριστική και αναπόσπαστο κομμάτι της επίγνωσης, εφόσον «αυτό που συμβαίνει …αποκτάει ένα καταρχήν νόημα για το υποκείμενο, μέσα από την συμβολοποίηση του».
(Θεοδωροπούλου ό.π., 169 και Κατή, ό.π., 53).

6) αυτό είναι δυνατό, γιατί ο άνθρωπος δεν είναι χρήστης ενός ήδη δεδομένου, στατικού, κλειστού γλωσσικού κώδικα/συστήματος, όπου σημαίνοντα και σημαινόμενα είναι αδιάσπαστα δεμένα μεταξύ τους
(Saussure και Lacan στο Χριστίδης, σελ. 14, 17 και Θεοδωροπούλου, σελ. 30-32, 62-72 και Κατή ό.π., σελ. 12, 21, 27,37, 43.., 54…, 145, 147, 159),

7) αλλά δημιουργός νοήματος, χρήστης και δημιουργός της γλώσσας ως ανοικτού κώδικα, ως αποθέματος νοηματοδότησης, που εφορμάται από την αμφισημία και την πολυσημία της εμπειρίας και του νοήματος. Το νόημα της εμπειρίας δεν εξαντλείται στις λέξεις, στην αφαίρεση και άρα στην συμβολική του αναπαράσταση. Η εμπειρία είναι αμφίσημη, πολύσημη και είναι ακριβώς αυτή η πολυσημία που καθιστά δυνατή την αέναη επανανοηματοδότηση του κόσμου, που καθιστά δυνατή την επανανοηματοδότηση της εμπειρίας, την υποκειμενική νοηματοδότηση (Κονδύλη, ό.π., 159).

8) η συμβολοποίηση συνεπώς δεν οδηγεί σε μια απλή απόδοση, σε μια έκφραση ή σε μια παθητική μετάφραση της εμπειρίας. Μέσα από την συμβολοποίηση δεν αναπαρίσταται απλά η εμπειρία, που είναι πάντα ενικού αριθμού, με συγκεκριμένη ημερομηνία, άρα μοναδική και ανεπανάληπτη. Η συμβολοποίηση αφαιρεί, διαμεσολαβεί, συγκροτεί, οργανώνει, μορφοποιεί, δομεί, προάγει, ολοκληρώνει τέλος την εμπειρία ανάγοντας την

  • η συμβολοποίηση είναι με άλλα λόγια η διαδικασία που συμπυκνώνει, υγροποιεί και μορφοποιεί τα μόρια σύννεφου (εμπειρία) σε σταγόνες βροχής (λέξεις) (Βιγκότσκι 1978-88, 428)
  • με αυτή την έννοια βίωμα είναι η διαμεσολαβημένη εμπειρία, η συμβολοποιημένη εμπειρία (Τζαβάρας 1978, υπ. 4, 91).

9) τέλος η συμβολοποίηση δεν είναι μια μοναχική πράξη, μια αυτάρεσκη δραστηριότητα, μια αυθαίρετη, ατομική υπόθεση. Η συμβολοποίηση είναι μια σημειωτική πράξη που προϋποθέτει δίκτυο σχέσεων, ένα πλαίσιο. Σε αυτό το πλαίσιο επικυρώνεται και επιβεβαιώνεται η εγκυρότητα της συμβολοποίησης, του υποκειμενικού νοήματος. Ο άλλος μετέχει, συμμετέχει ως μάρτυρας μέσα από την παρουσία του στην συμβολοποίηση και την απόδοση νοήματος. Η συμβολοποίηση είναι αποτέλεσμα διαλόγου, διυποκειμενικής συμφωνίας, μιας συνεργατικής σημειωτικής πράξης, αλληλεπίδρασης, σύμπραξης (Κονδύλη, ό.π., 159).

6. Πιθανές συνέπειες για την ψυχοθεραπευτική πράξη

Είναι σχεδόν προφανές το πόσο όλες αυτές οι γλωσσολογικές θεωρήσεις αφορούν, φωτίζουν και εμπλουτίζουν δημιουργικά την ψυχοθεραπευτική πρακτική.

Ξεκινώντας από την τελευταία θα έλεγε κανείς ότι η ψυχοθεραπεία είναι ακριβώς ένα τέτοιο δίκτυο σχέσεων (Rogers ό.π.), ένα αλληλεπιδραστικό πλαίσιο (Gendlin 1994), μέσα στο οποίο … επικυρώνεται και επιβεβαιώνεται η εγκυρότητα της συμβολοποίησης, του υποκειμενικού νοήματος. Ο θεραπευτής μετέχει, συμμετέχει ως μάρτυρας μέσα από την παρουσία του στην συμβολοποίηση και την απόδοση νοήματος.

Μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο αναδύεται το άρρητο, το ανολοκλήρωτο νόημα του βιώματος. Αλλιώς παραμένει ημιτελές, ανολοκλήρωτο, αμετακίνητο και περιμένει να ακουστεί για να μπορέσει να προχωρήσει, να μετακινηθεί, να προαχθεί (Gendlin 1964).

Έτσι ο θεραπευτής καλείται όχι μόνο να μην επιβάλει δικές του συμβολοποιήσεις, αλλά να σέβεται και να ακολουθεί την διαδικασία συμβολοποίησης του πελάτη του (Rogers ό.π.), να τον συντροφεύει δηλ., στην κάθοδο του από την συμβολική επιφάνεια στο βάθος των εμπειριών του, στο υπαρξιακό βάθος, εκεί όπου δεν υπάρχουν ακόμη λέξεις παρά μόνο αποτυπώματα, αισθήσεις, ανεπαίσθητα ίχνη, ρέουσες και περιρρέουσες ατμόσφαιρες, να μπορεί να τον συναντά στα αρχικά στάδια συμβολοποίησης, στο μεταίχμιο της συνειδητότητας του (ο δείκτης του Peirce ό.π., και κατ’αναλογία η βιωματική αίσθηση του Gendlin 1994),
σε σχεσιακό βάθος (Mearns 2005 ό.π.) και να τον βοηθά στην σταδιακή του άνοδο από τα δεικτικά βάθη της γλώσσας στην συμβολική επιφάνεια (διαδικασία εστίασης Gendlin 19964, 1994).

Με βάση τα παραπάνω μπορεί να σκεφτεί κανείς την (βαθιά) ενσυναίσθηση ακριβώς όχι σαν μια απλή επανάληψη, σαν μια αντανάκλαση της λέξης (της πρότασης, της αφήγησης, του… ‘συμβόλου’ του πελάτη), γιατί τότε θεραπευτής και θεραπευόμενος θα παρέμεναν απλά στη συμβολική επιφάνεια, αλλά σαν μια προσπάθεια εκ μέρους του θεραπευτή να παρακολουθήσει την πορεία της συμβολικής σημείωσης του πελάτη, μέχρι τον αφετηριακό δείκτη της άμεσης εμπειρίας του και να αφουγκραστεί μαζί του τις ανεπαίσθητες δονήσεις που προκαλεί η άμεση, αισθητηριακή, άμορφη εμπειρία στο σώμα του (Peirce ό.π., και Gendlin), να αναζητήσει μαζί του πέρα από το γενικό νόημα, την προσωπική σημασία των λέξεων, των προτάσεων… (Vygotsky ό.π., και Gendlin).
Μόνο έτσι θα μπορέσει ο πελάτης να συμβολοποιήσει επακριβώς ότι του συμβαίνει, να προχωρήσει ενδεχομένως στη αναθεώρηση διαστρεβλωμένων εμπειριών του ή/και να ανασύρει από το φαινομενολογικό του πεδίο αρνημένες εμπειρίες.

Για παράδειγμα η πελάτισσα που χρησιμοποιεί τη λέξη «μιζέρια» για εκφράσει αυτό που νιώθει τώρα, όπως και όλο αυτό που ένιωθε στη παιδική της ηλικία, όλο αυτό το κλίμα στο σπίτι. Όχι τόσο οικονομικά, όσο συναισθηματικά, ψυχολογικά: την απουσία του πατέρα, την απουσία/παρουσία της μητέρας, αυτά που έπρεπε να κάνει, χωρίς να θέλει για να αρέσει στη μαμά, που γυρνούσε πάντα κουρασμένη από την δουλειά και που της πρόσφερε τα πάντα, το ότι κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι για να είναι μόνη της και ήσυχη, παρακαλώντας πολλές φορές να έρθει κάποιος να τη σώσει… Η λέξη «μιζέρια» είναι μόνο το σύμβολο που συμπυκνώνει όλη την εμπειρία. Καθώς η πελάτισσα ξεδιπλώνει την προσωπική σημασία που έχει για αυτήν αυτή η λέξη, χρησιμοποιεί επιπλέον σύμβολα, ακολουθεί μια συμβολική αλυσίδα, η οποία την βοηθά να νοηματοδοτήσει το συναίσθημα της. Μόνο εφόσον μπορέσει να σταματήσει, με την βοήθεια του θεραπευτή την οριζόντια πορεία της συμβολικής σήμανσης, της αντικατάστασης δηλ., ενός συμβόλου από ένα άλλο και γυρίσει σταδιακά στην άμεση, στην αισθητηριακή της εμπειρία, θα μπορέσει ίσως να συναντήσει εκείνη την ‘ενσώματη αίσθηση’ και το βιωματικό νόημα που έχει γι’αυτήν η εμπειρία, για την οποία μιλάει.

Αυτό ακριβώς προτείνει και η Focusing-βιωματική Ψυχοθεραπεία του Gendlin, εμπλουτίζοντας έτσι την Προσωποκεντρική Προσέγγιση με ένα βιωματικό βάθος που μπορεί ενίοτε να της διαφεύγει.

Η συμβολοποίηση γίνεται λοιπόν σημαντική, γιατί ακριβώς μας επιτρέπει να μιλάμε για τις εμπειρίες μας, να επιστρέφουμε σε αυτές, να τις αφηγούμαστε και έτσι να αφηγούμαστε τη ζωή μας, να φτιάχνουμε τα βιώματα μας, «τα αυτοβιογραφικά μας ανέκδοτα» (Λάζος ό.π.),
την ιστορία μας, μας βοηθάει να δίνουμε στα πράγματα μορφή, μας βοηθάει να νοηματοδοτούμε τις εμπειρίες μας, μας βοηθάει τέλος να διαμορφώνουμε την ταυτότητα μας, μας συγκροτεί δηλαδή σαν υποκείμενα, εφόσον επηρεάζει την αυτοαντίληψη, οδηγεί στην επίγνωση και την συνειδητότητα, διαμορφώνει την αυτοεικόνα .
Αυτή καθιστά έτσι δυνατό το πέρασμα από την απλή, φυσική ζωή στον κοινωνικό, ψυχολογικό βίο (αναφέρομαι στην εισαγωγή του Agamben για την διάκριση που υπάρχει στα ελληνικά ανάμεσα στη ζωή και τον βίο (Agamben 2005, σελ. 18 , βλ. επίσης Μπαμπινιώτης, σελ. 366-367).

Με άλλα λόγια η συμβολοποίηση είναι αναγκαία για την διάνοιξη ενός χώρου αναγνώρισης, επεξεργασίας, αναστοχασμού, επίγνωσης (Gendlin),
ενός λεγόμενου ψυχικού χώρου, ενός χώρου πριν την πράξη, τραγικά απαραίτητου για τη ψυχική υγεία και ισορροπία (Κρίστεβα 1996, Behr ό.π. ).
Είναι αυτή η απουσία, η ανικανότητα συμβολοποίησης (και όχι η λανθασμένη συμβολοποίηση μόνο) από την οποία πάσχει ο σύγχρονος άνθρωπος, ο οποίος αδυνατώντας να συμβολοποιήσει περνάει άμεσα στην πράξη με την μορφή της εκδραμάτησης (εθισμοί, βία, επιθετικότητα).

Κλείνοντας θα ήθελα να σημειώσω, ότι ενώ η σημασία της συμβολοποίησης παραμένει αναμφισβήτητη, ο ορισμός της ως αναπαράσταση είναι ακόμη υπό διαπραγμάτευση. Ακριβώς επειδή έχουν διατυπωθεί όλες αυτές οι επικρίσεις και οι περιορισμοί της αναπαράστασης, υπάρχουν θεωρίες, οι οποίες μας προσκαλούν να αναλογιστούμε την συμβολοποίηση ως ολοκλήρωση και ως προαγωγή της εμπειρίας (Gendlin 1964, 1996, 1997),<
η οποία από τη στιγμή που συμβολοποιείται σταματά να είναι πια η ίδια. Με αυτή την έννοια η συμβολοποίηση δεν εκφράζει έστω μερικά την εμπειρία, αλλά την αλλάζει. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται ο θεραπευτικός της χαρακτήρας, όχι μόνο στην επίγνωση και την αυτογνωσία στις οποίες σίγουρα συνεισφέρει, αλλά πολύ περισσότερο στη δυναμική αλλαγή που επιφέρει.

Ένα ακόμη παράδειγμα: «δεν θα τα καταφέρω»

Ένα ακόμη παράδειγμα, στο οποίο μπορούμε να παρακολουθήσουμε την πορεία συμβολοποίησης ενός πελάτη. Ξεκινώντας από την αίσθηση της ‘ντροπής’ να μιλήσει, ξεδιπλώνει την εμπειρία του που σχετίζεται με αυτή του την αίσθηση, και βρίσκει τις διάφορες πτυχές της: την πεποίθηση ότι δεν θα τα καταφέρει, την απορριπτική στάση των γονιών και κυρίως του πατέρα, την αναχαίτιση, την έλλειψη εμπιστοσύνης και το προκάλυμμα της προστασίας, το βάρος στο στέρνο, την δυσκολία στην αναπνοή, την αίσθηση εγκλωβισμού…

Π Σκεφτόμουνα αυτό που συζητούσαμε και την προηγούμενη φορά… Αυτό με την ντροπή… με την αδυναμία μου να μιλήσω… αυτή την αίσθηση που έχω, ότι δεν θα τα καταφέρω. Είναι σαν να με ακολουθεί παντού. Ότι και αν κάνω, υπάρχει μέσα μου αυτό: δεν θα τα καταφέρεις
Θ Υπάρχει αυτό… μέσα σου, αυτή… η αίσθηση, ότι δεν θα τα καταφέρεις
Π Ναι. Δεν είναι αίσθηση… Το πιστεύω
Θ Δεν είναι αίσθηση. Είναι πεποίθηση. Είναι μια πεποίθηση που σε ακολουθεί παντού. Ντροπή, αδυναμία να μιλήσεις, δεν θα τα καταφέρεις. Αναρωτιέμαι, μπορούμε να μείνουμε λίγο με αυτά;
Π Ναι.
Θ Πως είναι άραγε όλα αυτά; Πως τα νιώθεις όλα αυτά;
Π …σαν, …, σαν ένα βάρος εδώ μπροστά (δείχνει στο στέρνο)
Θ Κάτι σαν βάρος.
Π Ναι, κάτι σαν βάρος, σαν μια πλάκα. Είναι ακόμη…, σαν υπάρχει καιρό εκεί, σαν κάτι από παλιά.
Θ Σαν μια πλάκα… από παλιά…
Π Ναι… Σκέφτομαι, μήπως έχει να κάνει με τους γονείς μου… Αυτό που θυμάμαι, και σίγουρα δεν έχει να κάνει με την πρόθεση τους, … φαντάζομαι το έκαναν για να με προστατεύσουν, όπως κάνουν όλοι οι γονείς,… όταν ήταν να γίνει μια δουλειά στο σπίτι και σηκωνόμουν να την κάνω, … για παράδειγμα, αν ήταν να καθαριστούν πατάτες και σηκωνόμουνα εγώ, ερχόταν ο πατέρας μου και μου έπαιρνε την πατάτα από το χέρι και μου έλεγε: ‘άστο θα το κάνω εγώ’… Ο πατέρας μου το έκανε με τις δουλειές κυρίως, η μητέρα μου με άλλα πράγματα…
Θ Σαν να σου έκοβε τη φόρα…
Π Ναι… και δεν με άφηναν να πάρω πρωτοβουλίες
Θ Δεν σε άφηναν να πάρεις πρωτοβουλίες, αλλά και όταν έπαιρνες, σε σταματούσαν… σε αναχαίτιζαν…
Π Ήταν σαν…
Θ Ήταν σαν…
Π Δεν ξέρω… σαν… σαν να μην μου είχαν
Θ … σαν… να μην σου είχαν…
Π Δεν θέλω ούτε να το πω, αλλά έτσι είναι… Σαν να μην μου είχαν… εμπιστοσύνη
Θ Σαν να μην σου είχαν εμπιστοσύνη
Π Ναι. Και σαν να μην μου είχαν εμπιστοσύνη… Πώς να πιστέψω μετά σε μένα… πώς να πιστέψω ότι μπορώ να τα καταφέρω… Γι’αυτό… και ήθελα τόσο πολύ να κάνω τη δική μου δουλειά,… να μην συνεχίσω τη δική τους, … να είμαι κάτι σαν αυτοδημιούργητη… Γι’αυτό και στη δουλειά μου … κυρίως, το παραμικρό σχόλιο, η παρατήρηση… ή ακόμη και το βλέμμα του άλλου, μπορεί να με κάνει να νιώσω άσχημα, …ότι απέτυχα,… να, πάλι δεν τα κατάφερα…
Θ Εύκολα αγγίζεται αυτό το κομμάτι, … ότι απέτυχες, …ότι δεν τα κατάφερες
Π Ναι… κάθε δύο ή τρεις μήνες έχω μια κρίση
Θ Κρίση;
Π Ναι, με μια οποιαδήποτε μικρή εξωτερική αφορμή, αρχίζω να σκέφτομαι όλα αυτά… και ότι απέτυχα… δεν αξίζω… δεν τα καταφέρνω…
Θ Ακόμη και μια μικρή αφορμή είναι ικανή να προκαλέσει μια κρίση και να αρχίσουν αυτές οι σκέψεις…
Π … στην αρχή με πιάνει μια καταθλιπτική διάθεση…, απόγνωση…, είναι σαν…, νιώθω να είμαι εγκλωβισμένη στις λίγες μου δυνατότητες… και ότι δεν υπάρχει διέξοδος…, ότι πάντα θα είναι έτσι…, δεν τα κατάφερα…, δεν θα τα καταφέρω ποτέ…, ότι έτσι είμαι…, αδύναμη… μια αίσθηση πνιγμού… εγκλωβισμένη και χωρίς να αναπνέω κανονικά

Βιβλιογραφία

-Agamben, G. (2005). Homo Sacer. Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή. Αθήνα: Scripta
-Βιγκότσκι, Λ. (1978-88). Σκέψη και γλώσσα. Αθήνα: Γνώση
-Behr, M. (2009). Constructing emotions and accommodating schemas: a model of self- exploration, symbolization, and development. In: Journal of the World Association for Person-Centered and Experiential Psychotherapy and Counseling, Volume 8, Number 1, Spring 2009. Ross-on-Wye: PCCS Books Ltd, p.p. 44-62
-Biermann-Ratjen, E.-M. (1998). On the development of the Person in relationships. In: Thorne, B & Lambers, E. (1998). Person-Centred Therapy: A European Perspective. London: Sage
-Biermann-Ratjen, E.-M. & Eckert, J. & Schwartz, H.-J. (1981). Gesprächs¬psychotherapie. Verändern durch Verstehen. Stuttgart: Kohlhammer
-Dreyfus, H.L. & Rabinow P. (1987). Michel Foucault. Jenseits von Strukturalismus und Hermeneutik. Frankfurt am Main: Athenäum
-Gendlin, E. (1964). A Theory of Personality Change. In: Philip Worchel, R & Byrne, D. (Eds.). Personality Change. New York: John Wiley & Sons
-Gendlin, E. (1984). The Client’s Client: the Edge of Awareness. In: Levant, P & Shlein, J. (Eds.). Client-centered therapy and the person centered approach: New directions in theory, research and practice. New York: Preager
-Gendlin, E. (1996). Focusing Oriented Psychotherapy, A Manual of the Experiential Method. New York: Guilford Press
-Gendlin, E. (1997). Experiencing and the creation of meaning. A philosophical and psychological approach to the Subjective. Evanston, Illinois: Northwestern University Press
-Θεοδωροπούλου, Μ. (2004). Στα γλωσσικά μονοπάτια του φόβου. Ψυχισμός και γλώσσα. Αθήνα: Νήσος
-Imhasly, B. Marfurt, B. Portmann, P. (1979). Konzepte der Linguistik . Eine Einführung. Wiesbaden: Athenaion
-Κατή, Δ. – Κονδύλη, Μ. – Νικηφορίδου, K. (επιμ.)(1999). Γλώσσα και νόηση. Επιστημονικές και φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Αθήνα: Αλεξάνδρεια
-Κρίστεβα, Τ. (1996). Οι νέες αρρώστιες της ψυχής. Αθήνα: Καστανιώτης
-Λάζος, Χ. Γ. (1993). Ενώπιον του γράμματος. Πάτρα: Φέρρυ Μπωτ
-Λάζος, Χ. Γ. (1995). Εισαγωγή-Μετάφραση-Σημειώσεις, στο Celan, P. Του κανενός το ρόδο. Αθήνα: Άγρα
-Lakoff, G. & Johnson, M. (1980). Metaphors we live by. Σικάγο & Λονδίνο: Chicago University Press
-Lakoff, G. & Johnson, M. (1999). Philosophy in the Flesh. The embodied mind and its challenge to western thought. Νέα Υόρκη: Basic Books
-Leijsssen, M. (1998). Focusing: interpersonal and intrapersonal conditions of growth. In: Thorne, B & Lambers, E. (1998). Person-Centred Therapy: A European Perspective. London: Sage
-Mearns, D. & Thorne, B. (2000). Person-centred therapy today, New frontiers in theory and practice. London
-Mearns, D. & Cooper, M. (2005). Working at Relational Depth in Counselling and Psychotherapy. London: Sage
-Μπρούζος, Α. (2004). Προσωποκεντρική Συμβουλευτική. Θεωρία, Έρευνα και Εφαρμογές, Αθήνα: Εκδ. Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός
-Παπαγιώργης, Κ. (επιμ) (1981). Κείμενα σημειολογίας. Μπενβενίστ, Μπαρτ, Ντεριντά, Πιρς, Φουκώ. Αθήνα: Νεφέλη
-Rogers, C. R. (1951). Client-centered therapy. Its current practice, implications, and theory. Boston: Houghton and Mifflin
-Rogers, C. R. (1959). A theory of therapy, personality, and interpersonal relationships, as developed in the client-centered framework. In: Koch, S. Psychology. A study of science. Vol. III: Formulations of the person and the social context. New York: McGraw Hill, p.p. 184-256
-Thorne, B & Lambers, E. (1998). Person-Centred Therapy: A European Perspective. London: Sage
-Τζαβάρας, Γ. (1978), Πρόλογος-Μετάφραση-Σχόλια, στο Χαϊντεγγερ, Μ. Είναι και Χρόνος, Αθήνα: Δωδώνη
-Φουκώ, Μ. (1987). Η αρχαιολογία της γνώσης. Αθήνα: Εξάντας
-Φουκώ, Μ. (2008). Οι λέξεις και τα πράγματα. Μια αρχαιολογία των επιστημών του ανθρώπου. Αθήνα: Γνώση
-Χριστίδης, Α.-Φ. (2002). Όψεις της γλώσσας. Αθήνα: Νήσος
-Warner, M. (2000). Person-centred therapy at the difficult edge: a developmentally based model of fragile and dissociated process. In: Mearns, D. & Thorne, B. (2000). Person-centred therapy today, New frontiers in theory and practice. London

Κορυφή της σελίδας

Διαδικτυακές πηγές:

– Wolfgang W. Keil, Menschenbild und Persönlichkeitstheorie der klientenzentrierten Psychotherapie http://www.donauuni.ac.at/imperia/md/content/studium/umwelt_medizin/psymed/artikel/a3oegwg.pdf. 1-7-2009
– Rainer Sachse, „Klassische“ klientenzentrierte Psychotherapie http://www.ipp-bochum.de/downloads/1_klassische-klientenzentrierte-psychotherapie.pdf. 1-7-2009
– Peter F. Schmid, Personzentrierte Psychotherapie, Eine Einführung www.pfs-online.at/papers/paper-slun.htm 1-7-2009
– Klaus Heinerth, Psychotherapieverfahren: Gesprächspsychotherapie, (Erwachsene) http://www.heinerth.de/GPT.doc. 2-7-2009
– http://www1.uni-hamburg.de/psych-3/homepages/schwab/ivm3%20eckert%203.ppt 2-7-2009
– www.komvos.edu.gr/glwssa/Odigos/thema_a5/a_5_thema.htm 2-7-2009
– en.wikipedia.org/wiki/symbol 14-7-2009
– www.aber.ac.uk/media/Documents/S4B/semiotics/html 14-7-2009

Κορυφή της σελίδας

Αφήστε μια απάντηση

Πως μπορεί να μας βοηθήσει το Focusing

Το Focusing μπορεί να μας διδάξει πώς :

  • να έλθουμε σε επαφή με βαθύτερα στρώματα της ύπαρξής μας και έτσι να γνωρίσουμε τί πραγματικά αισθανόμαστε και τι πραγματικά θέλουμε.
  • να συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας και να τον αποδεχτούμε όπως αληθινά είναι.
  • ν’ αποκτήσουμε, ή και να βελτιώσουμε, τη σχέση μας με το σώμα μας.
  • να παίρνουμε σημαντικές αποφάσεις, μ’ εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, την κρίση μας και την αξιολογική μας ικανότητα.
  • να μετατρέψουμε την αυτοκριτική και την ασάφεια των «μηνυμάτων» μας, όσον αφορά στην προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική μας ζωή, σε ισχυρούς συμμάχους.
  • να βιώσουμε ηρεμία, δυναμισμό και απόλαυση της ζωής

Επίσης μπορεί να συνδυασθεί με την θεραπεία μας και έτσι αυξήσει την αποτελεσματικότητά της